Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2026
trikaladay.gr / Άρθρα / ΛΑΚΗΣ Ο ΔΑΝΔΗΣ

ΛΑΚΗΣ Ο ΔΑΝΔΗΣ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΜΤΣΑΣ

Ο Λάκης, έφεδρος ανθυπολοχαγός στο στρατό
ήταν και όταν πλησίαζε ο καιρός να απολυθεί,
σκεφτόταν τι θα έκανε στην ζωή του από δω και
πέρα.
Του πέρασε από το μυαλό να δηλώσει
ανακατάταξη και να ακολουθήσει καριέρα
στρατιωτικού. Και αν τον ρωτούσατε ’’ γιατί’’, ίσως
σας ομολογούσε πως του άρεσε να φορά την
στολή, να κορδώνεται μέσα σ’ αυτήν και να
παριστάνει τον καμπόσο. Aλλωστε εκείνη την
εποχή, η στολή άρεσε στις γυναίκες.
Η μάνα του όμως είχε άλλη γνώμη. Από βαριά και
πλούσια οικογένεια κατάγονταν ο Λάκης, γέννημα
θρέμμα της πρωτεύουσας, αυτό έλειπε να γίνει
καραβανάς!
Κάποιος πρωτοξάδελφος του πατέρα του ήταν
ένας από τους κεντρικούς υποδιευθυντές της
Εθνικής Τράπεζας. Ετσι ο Λάκης που δεν είχε ούτε
πτυχία, ούτε κάποια άλλα προσόντα, διορίστηκε
εύκολα τραπεζοϋπάλληλος.

Από επαρχία θα άρχιζε, έτσι για να μην δώσουν
δικαιώματα και αργότερα θα τον έφερναν στο
Λεκανοπέδιο, για να μην βρίσκεται ο μοναχογιός
μακριά από την μαμά.
Πήγε λοιπόν σε ένα επαρχιακό υποκατάστημα,
αλλά από πριν φρόντισε να ράψει δυο καινούργια
κοστούμια και να κάνει και τις ανάλογες
προμήθειες στα υπόλοιπα συνοδευτικά,
πουκάμισα, γραβάτες παπούτσια και τέτοια.
Ας πούμε, πως ο διευθυντής της τράπεζας,
μιλημένος, τον καλοδέχτηκε και του έδωσε στην
αρχή κάποια εύκολα αντικείμενα, μέχρι να μάθει
και να προσαρμοστεί.
Σε ξενοδοχείο έμενε, μέχρι να βρει κάτι πιο μόνιμο
και σε εστιατόριο έτρωγε. Σιγά μην του έλειπαν τα
λεφτά. Είχε η οικογένεια και του έστελνε
συμπληρώματα για να ξοδεύει.

Ο κύριος Λευτέρης, μεσήλικας ήταν και αν τον
ρωτούσες τι δουλειά έκανε, μπακάλης, θα σου
απαντούσε.
Στην πραγματικότητα είχε ένα παντοπωλείο
κάπου τριακόσια τετραγωνικά σε ένα γωνιακό
ισόγειο στο κέντρο της αγοράς, που το είχε
δημιουργήσει ο πατέρας του. Εκεί μέσα εύρισκες

ότι τρώγονταν και ότι πίνονταν. Από τα πιο φτηνό
μέχρι τα ακριβότερα.
Γι’ αυτό στο μαγαζί του έμπαινε και ψώνιζε όλος ο
κόσμος. Και οι φτωχοί και οι πλούσιοι.
Είχε βέβαια τέσσερεις, πέντε υπαλλήλους, συν την
Αφροδίτη, αλλά αυτός αντί να κάθεται πίσω από το
ταμείο και να εισπράττει, δούλευε περισσότερο απ’
όλους. Εκεί, να ζυγίζει, να τυλίγει και να πουλάει
ότι ζητούσε ο κόσμος. Θες ρέγκα και μπακαλιάρο
από την ψαροκασέλα, θες ακριβά κεφαλοτύρια και
κρασιά, όσπρια από ντόπιους παραγωγούς,
πρώτης ποιότητας, , λάδια, βούτυρα, ελιές,
φωτιστικό πετρέλαιο, αρωματικά σαπούνια. Ότι
τραβούσε ο οργανισμός σου και άντεχε η τσέπη
σου, εκεί, στου Λευτέρη θα το εύρισκες.
Φορούσε σταθερά μία μεγάλη καφετιά ποδιά που
άρχιζε από το στήθος και κατέληγε κάτω από τα
γόνατα που την άλλαζε κάθε Δευτέρα. Αυτή η
ποδιά ήταν πάντα λεκιασμένη, έτσι που όπου και
αν πήγαινε, η μυρουδιά του μπακάλικου τον
ακολουθούσε.
Από λεφτά; Να φάνε και οι κότες, που λένε. Οι
λογαριασμοί του στην Εθνική Τράπεζα που
συναλλασσόταν, τιγκαρισμένοι. Ηταν ίσως ο
καλύτερος πελάτης έτσι που ο διευθυντής της
τράπεζας, ένοιωθε την υποχρέωση να του κάνει το

τραπέζι κάπου κάπου και να τον ενημερώνει
ιδιαίτερα για τα επιτόκια και τις επενδυτικές
ευκαιρίες.
Και αν αυτά τα χρήματα ήταν τα επίσημα, τα
φανερά, τα κρυμμένα τα έκανε χρυσές λίρες και ο
μόνος άνθρωπος που ίσως ήξερε που τις είχε
κρυμμένες, ήταν η Αφροδίτη.

Η Αφροδίτη δούλευε από μικρή στο πατρικό του
Λευτέρη, σαν υπηρέτρια. Παιδιά ήταν ακόμα, όταν
τα έμπλεξαν. Οταν η μάνα του το έμαθε, έξυπνη
καθώς ήταν, δεν έκανε φασαρίες, αλλά πήρε τον
Λευτέρη ιδιαίτερα και του είπε πως καλά έκανε,
έτσι, για να περνάει τον καιρό του, άντρας ήταν
πιά. Αλλά μην τολμούσε να μιλήσει για παντρειές
και τέτοια γιατί θα τον αποκλήρωναν, χώρια η
κατάρα που θα του άφηνε πίσω της, όταν θα
πέθαινε.
Ηλθε ο καιρός , πρώτη έφυγε η μάνα του και
δεύτερος ο πατέρας του και έτσι ανέλαβε αυτός
πια το παντοπωλείο. Πήρε όμως στην δουλειά και
την Αφροδίτη, που η μεταξύ τους σχέση είχε μείνει
αμετάβλητη.
Η Αφροδίτη δεν ήταν μόνο μία νόστιμη
μελαχρινούλα, ήταν και έξυπνη. Γρήγορα έμαθε τα
πάντα μέσα στο μεγαλομπακάλικο και έγινε αυτό

που λέμε το alter ego του Λευτέρη, όχι μόνο στην
ζωή αλλά και στην δουλειά.
Εκεί κι αυτή, να πουλάει , να κάνει λογαριασμούς
και παραγγελίες, να βάζει σε τάξη τους άλλους
υπαλλήλους και να κάνει όλες τις εξωτερικές
δουλειές του μαγαζιού. Ακόμα και να κλειδώνει τις
εισπράξεις της ημέρας σε εκείνο το τεράστιο
χρηματοκιβώτιο που ήταν στο βάθος του ταμείου.
Με την Αφροδίτη δεν ζούσαν επίσημα μαζί. Την
είχε εγκαταστήσει ο Λευτέρης, σε ένα δικό του
πέτρινο σπίτι, παλιό αρχοντικό ήταν, έτσι για να
μην δίνουν δικαιώματα μια που δεν την είχε
στεφανωμένη. Αυτός δήθεν ζούσε στο πατρικό
του.
Δεν την παντρεύτηκε ποτέ, αν και ήταν ο ένας και
μοναδικός άνθρωπος στην ζωή του, που τον
αγάπησε και νοιάστηκε για αυτόν. Ποιος ξέρει,
ίσως φοβόταν την κατάρα της μάνας του!

Ο Ανέστης, ξεκίνησε από τσομπάνος στο μαντρί
που του άφησε ο πατέρας του. Είχε όμως μυαλό
και σκέφτηκε πως αντί να πουλάει το γάλα, να το
αξιοποιήσει αυτός. Αρχισε λοιπόν να κάνει το δικό
του τυρί και μια μέρα το πήγε στον Λευτέρη να το
δοκιμάσει.

«Είναι πρώτο πράμα. Βάλτο στο μαγαζί σου και δεν θα
το μετανιώσεις.»
Ο Λευτέρης το δοκίμασε, έβαλε να το δοκιμάσουν η
Αφροδίτη και οι υπόλοιποι και όλοι το βρήκαν
εξαιρετικό. Ετσι ο Ανέστης από τσομπάνος έγινε
τυροκόμος και σταθερός προμηθευτής στο μεγαλύτερο
παντοπωλείο της πόλης. Και όχι μόνο αυτό, μετά από
λίγο επεκτάθηκε και στο γιαούρτι που έγινε επίσης
ανάρπαστο.
Μια μέρα ο Ανέστης πήγε στην Εθνική Τράπεζα για να
ζητήσει ένα μικροδάνειο για να αγοράσει κάποια
σύγχρονα μηχανήματα για το τυροκομείο και έπεσε
πάνω στο Λάκη. Ο τελευταίος του είπε πως για να πάρει
το δάνειο έπρεπε να φέρει κάποιον εγγυητή «γιατί η
τράπεζα δεν είναι φιλόπτωχο ταμείο και θέλει εγγύηση
για τα λεφτά που δίνει.»
Πήγε λοιπόν ο Ανέστης στον Λευτέρη και τον
παρακάλεσε να έρθει να εγγυηθεί για το δάνειο. Ο άλλος
που ήξερε πως ο Ανέστης ήταν αξιόπιστος, δέχτηκε και
πήγαν στην τράπεζα με τα πόδια, που ήταν κάπου εκεί
κοντά. Μπροστά ο τυροκόμος και πίσω ο μπακάλης που
δεν μπήκε στον κόπο να βγάλει την λεκιασμένη ποδιά
που φορούσε.
«Εφερα τον εγγυητή που ζήτησες », είπε ο Ανέστης
στον ντυμένο σαν φιγουρίνι, Λάκη. Ο τελευταίος που
δεν είχε μάθει ακόμα ποιος ήταν ο άνθρωπος με την
ποδιά και που μύριζε μπακαλιάρο, έδειξε να δυσφορεί.
Τον πήρε παράμερα και κάτι του ψιθύρισε .

Εσκυψε το κεφάλι ο Ανέστης και γυρίζοντας προς τον
Λευτέρη του είπε: «πάμε να φύγουμε, δεν εγκρίνει το
δάνειο».
Λίγο πριν βγουν από την τράπεζα ο άλλος τον ρώτησε.
«Και γιατί δεν το εγκρίνει αυτό το τσουτσέκι;»
«Γιατί δεν εγκρίνει εσένα. Δεν του φάνηκες αξιόπιστος
έτσι όπως είσαι με την λιγδιασμένη ποδιά που φοράς και
έτσι όπως μυρίζεις.»
Ηταν σαν να έπεσε κεραυνός. Γύρισε ο Λευτέρης πάλι
στην τράπεζα και αγνοώντας τον Λάκη όρμησε στο
γραφείο του διευθυντή , που μόλις τον είδε ξαφνιάστηκε
και σηκώθηκε να τον καλωσορίσει.
«Κύριε Λευτέρη, πως από εδώ, τι θα θέλατε;»
«Μάζεψε όλα τα λεφτά μου και αύριο τα θέλω να τα πάω
σε άλλη τράπεζα.»
Ο άλλος κιτρίνισε.
«Μα γιατί;» τόλμησε να ψελλίσει.
«Ρώτα εκείνον τον λιμοκοντόρο και έδειξε τον Λάκη μέσα
από την μισάνοιχτη πόρτα. «Με είπε λιγδιάρη και πως
δεν είμαι κατάλληλος να εγγυηθώ για ένα δάνειο σε ένα
προμηθευτή μου. Αύριο θέλω τα λεφτά μου! Οχι
μεθαύριο»
Εφυγε το ίδιο βίαιος όπως ήλθε.
Η τράπεζα πάγωσε ολόκληρη. Οι υπάλληλοι άφησαν τα
μολύβια και περίμεναν να πέσει ο κεραυνός.
«Ελα εδώ εσύ» είπε ο διευθυντής στο Λάκη και το
έκλεισε στο γραφείο.
Μόνο πνιγμένες φωνές ακούγονταν χωρίς να

καταλαβαίνει κανείς τι έσερνε ο διευθυντής στον
υπάλληλό του.
Σε δέκα ημέρες τον έστειλαν σε ένα υποκατάστημα μιας
παραμεθόριας πόλης . Και ας είναι καλά ο
πρωτοξάδελφος του πατέρα του που δεν τον απέλυσαν.
Και όλα αυτά την στιγμή που ο Λάκης είχε παραγγείλει
ένα τρίτο κοστούμι και είχαν αρχίσει να του έρχονται και
κάποια προξενιά, γιατί όσο νάναι είχε κάνει εντύπωση
στον γυναικόκοσμο της επαρχίας.

Πέρασαν τα χρόνια. Ο τυροκόμος που τελικά το πήρε
το δάνειο, εξελίχθηκε και δημιούργησε μία μικρή αλλά
δραστήρια βιομηχανία γάλακτος, που τώρα την
διαχειρίζονται τα δυο παιδιά του.
Ο Λευτέρης , γερασμένος, αποφάσισε να κλείσει το
μαγαζί. Αλλωστε , νοικιασμένο το είχε και οι ιδιοκτήτες
του ήθελαν να το δώσουν αντιπαροχή. Χώρια που είχαν
αρχίσει να εμφανίζονται στην πόλη τα πρώτα super
market.
Πέθανε ξαφνικά λίγο μετά και τον κληρονόμησαν κάποιοι
μακρινοί συγγενείς.
Στην Αφροδίτη όμως, πέρα από το παλιό αρχοντικό,
άφησε το καλύτερο: Τις χρυσές λίρες, που μόνο αυτή
ήξερε που ήταν κρυμμένες και που λέγαν πως ήταν
αμέτρητες.
Λένε πως η αδελφή της και οι δύο ανιψιές της, που τις
πήρε και ζούσαν μαζί , κάθε τόσο πήγαιναν στους

πλανόδιους σαράφιδες που ήταν γύρο από την κεντρική
πλατεία και άλλαζαν λίρες με χαρτονόμισμα. Κάποιοι
μεσίτες μάλιστα, έλεγαν πως αυτές οι γυναίκες είχαν
αγοράσει μυστικά, τα μισά ακίνητα της Αθήνας.
Και o Λάκης; Τρείς μήνες άντεξε στην παραμεθόρια
περιοχή. Παραιτήθηκε και βρέθηκε πάλι στο πατρικό
του.
Τώρα, αν ρωτήσετε τι δουλειά έκανε, κάποιοι που τον
γνώριζαν, τον έλεγαν «τοκιστή και σουλατσαδόρο». Δεν
ξαναδούλεψε ποτέ στην ζωή του. Απλώς, πάντα
καλοντυμένος με την τελευταία λέξη της μόδας,
ξεκοκάλιζε την προίκα της μάνας του , που δεν ήταν και
λίγη.

[email protected]

Δες επίσης

ΑΝΙΚΑΝΗ – ΑΔΙΣΤΑΚΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΥΝΔΥΝΗ

Γράφει ο Δρ. Κώστας Πατέρας, D. Ed., M. Ed., Ph.D. Η κοινωνία ζει μια πολύ ...