Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κατάφερε κάτι που λίγες εξουσίες πετυχαίνουν με τόση συνέπεια: να μετατρέψει τη γλώσσα σε μηχανισμό πολιτικής αναισθησίας. Οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται πια για να περιγράψουν την πραγματικότητα αλλά για να την ακινητοποιούν, σαν κορδέλες ασφαλείας γύρω από ένα πολιτικό ατύχημα που δεν πρέπει να εξεταστεί πολύ.
Η «σταθερότητα» έγινε το μεγάλο κυβερνητικό υπνωτικό. Επαναλαμβάνεται τόσο συχνά που μοιάζει περισσότερο με απειλή παρά με υπόσχεση. Σταθερότητα απέναντι σε τι; Στην ακρίβεια; Στη φθορά των θεσμών; Στην κοινωνική εξάντληση; Ή απλώς στη διατήρηση μιας εξουσίας που έχει μάθει να παρουσιάζει την παραμονή της ως εθνική ανάγκη;
Ο πρωθυπουργός μιλά συχνά σαν άνθρωπος που δεν διοικεί μια χώρα αλλά μια εικόνα της. Σαν να θεωρεί ότι το βασικό πρόβλημα της πολιτικής δεν είναι τα γεγονότα αλλά ο τρόπος που αυτά εμφανίζονται στο κοινό. Έτσι κάθε κρίση μετατρέπεται σε ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης. Δεν έχει σημασία τι συνέβη, σημασία έχει ο τίτλος στο δελτίο των οκτώ .
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν κουράζεται τόσο από τα σκάνδαλα όσο από την επιμονή αυτών που τα θυμίζουν. Η κριτική βαφτίζεται «τοξικότητα», οι αποκαλύψεις «απόπειρα αποσταθεροποίησης», οι κοινωνικές αντιδράσεις «λαϊκισμός». Και τώρα ακόμη και η εσωτερική διαφωνία ονομάζεται «εσωστρέφεια». Πρόκειται για την πιο βολική πολιτική λέξη της εποχής: δεν χρειάζεται να απαντήσεις σε όσα λέγονται, αρκεί να παρουσιάσεις τη διαφωνία ως πρόβλημα κομματικής αισθητικής.
Βουλευτές που προβληματίζονται αντιμετωπίζονται σαν χαλασμένα εξαρτήματα της επικοινωνιακής μηχανής. Το μήνυμα είναι σαφές: ο σωστός κυβερνητικός βουλευτής δεν είναι εκείνος που σκέφτεται αλλά εκείνος που δεν δημιουργεί θόρυβο. Να χειροκροτεί εγκαίρως, να επαναλαμβάνει τις σωστές φράσεις και να περιμένει το επόμενο non paper σαν διοικητική εγκύκλιο πολιτικής συμπεριφοράς.
Και υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό στον τρόπο με τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλείται διαρκώς τον «θεσμικό ορθολογισμό». Γιατί όσο περισσότερο η κυβέρνηση μιλά για θεσμούς, διαφάνεια και ευρωπαϊκή κανονικότητα, τόσο περισσότερο η δημόσια ζωή θυμίζει καλοστημένο επικοινωνιακό πλατό. Οι υποκλοπές παρουσιάστηκαν περίπου ως τεχνική αστοχία, το Σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη βαφτίστηκε διαχρονική παθογένεια χωρίς πολιτικό πρόσωπο, ενώ κάθε κρίση συνοδεύεται από μια βιαστική προσπάθεια ελέγχου της εικόνας πριν ακόμη αναζητηθεί η ουσία. Όλα μοιάζουν τακτοποιημένα μέσα στο κάδρο, μέχρι να εμφανιστεί μια ρωγμή που αποκαλύπτει ότι πίσω από τη βιτρίνα της «σταθερότητας» λειτουργεί ένας μηχανισμός περισσότερο αφοσιωμένος στη διαχείριση του πολιτικού κόστους παρά στην ανάληψη πολιτικής ευθύνης.
Η Βουλή μοιάζει πλέον λιγότερο με χώρο πολιτικής σύγκρουσης και περισσότερο με αίθουσα διαχείρισης ζημιών. Οι βουλευτές της συμπολίτευσης δεν καλούνται να εξηγήσουν· καλούνται να αντέξουν. Να περιμένουν να περάσει ο θόρυβος, να επαναλάβουν τις σωστές λέξεις, να δείξουν πειθαρχία μπροστά στις κάμερες. Η διαφωνία αντιμετωπίζεται σαν τεχνικό σφάλμα εικόνας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν δείχνει να αρκείται στον έλεγχο της δημόσιας αντίδρασης. Επιχειρεί ολοένα και περισσότερο να ελέγξει και το ίδιο το πλαίσιο σκέψης της κοινωνίας. Να αποφασίζει ποιες λέξεις είναι «υπεύθυνες», ποια κριτική είναι «τοξική», ποια αμφιβολία είναι «υπερβολική» και ποια διαφωνία θεωρείται σχεδόν αντικανονική. Σαν να μην αρκεί στην εξουσία να περιορίζει όσα λέγονται δημόσια, αλλά να θέλει σταδιακά να ορίζει και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.
Κι όμως, το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η αλαζονεία μιας εξουσίας που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγχει την πραγματικότητα μέσω των λέξεων. Οι κυβερνήσεις ανέκαθεν είχαν την τάση να υπερεκτιμούν τον εαυτό τους. Το πραγματικά ανησυχητικό είναι ότι μια ολόκληρη κοινωνία αρχίζει σιγά σιγά να συνηθίζει αυτή τη διαρκή παραμόρφωση της πολιτικής γλώσσας. Να αποδέχεται ότι η ευθύνη μπορεί να εξαφανίζεται μέσα στην επικοινωνία, ότι η αλήθεια εξαρτάται από το αφήγημα και ότι τίποτα δεν αλλάζει επειδή όλα παρουσιάζονται εξαρχής ως αναπόφευκτα.
Οι λέξεις λειτουργούν πλέον σαν «πολιτικό εντομοκτόνο». Ψεκάζονται πάνω σε κάθε κριτική πριν προλάβει να αποκτήσει δημόσιο χώρο. Η «τοξικότητα» εξαφανίζει τις ενοχλητικές ερωτήσεις, η «εσωστρέφεια» πνίγει την εσωτερική διαφωνία, ο «λαϊκισμός» ακυρώνει την κοινωνική αντίδραση. Σήμερα εσωστρέφεια είναι η διαφωνία μέσα στο κόμμα. Αύριο ίσως θεωρηθεί υπερβολή η κοινωνική αντίδραση. Και μεθαύριο μπορεί να παρουσιαστεί περίπου ως εκτροπή ακόμη και η ίδια η αντιπολίτευση.
Έτσι η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για «σταθερότητα», ενώ γύρω της μεγαλώνει μια παράξενη πολιτική κόπωση. Σαν καράβι που επιμένει πως ταξιδεύει ήρεμα μόνο και μόνο επειδή η ορχήστρα εξακολουθεί να παίζει πάνω στο κατάστρωμα.
Κώστας Παπανώτας
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων

