Ασχολείται με πολλά πράγματα. Με τα αμπέλια, τα κρασιά και την οινολογία, με την μυκητοχλωρίδα, τα μανιτάρια και το δάσος του νομού Λάρισας. Έχει και πάνω από δέκα χρόνια που κάνει συστηματικά μετρήσεις στα παράλια του νομού· παρατηρεί το φαινόμενο της αύξησης της θερμοκρασίας της θάλασσας, τον ενδιαφέρει πολύ. Ξέρει για τα μύδια, τους αχινούς, τους σκάρους. Παρατηρεί και ανησυχεί.
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Ο κύριος Νίκος Σδραβόπουλος μπορεί να είναι 80 ετών αλλά είναι από αυτούς τους ανθρώπους τους μάχιμους. Που δεν μπορούν να ησυχάσουν. Που ψάχνονται και ψάχνουν. Μπορεί να είναι συνταξιούχος εδώ και χρόνια αλλά η επιστημονική του κατάρτιση ως χημικός δεν χάνεται… Ήταν ήδη συνταξιούχος, το 2014, όταν άρχισε να ασχολείται με τις μετρήσεις στα παράλια. «Η θάλασσα γίνεται κάθε χρόνο όλο και πιο ζεστή και τα μύδια είναι ένα βιολογικό θερμόμετρο» ξεκινά να μου εξηγεί.
Δεν τα λέει μόνο ο κύριος Νίκος. Αντίστοιχες εικόνες περιγράφουν ψαράδες, δύτες, φυσιολάτρες και ερασιτέχνες παρατηρητές στα παράλια του Νομού Λάρισας. Και πίσω από πολλές από αυτές τις παρατηρήσεις υπάρχει πλέον ένα ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο που συνδέεται με τη θέρμανση της Μεσογείου και του Αιγαίου. Η Μεσόγειος, άλλωστε, συγκαταλέγεται στις περιοχές του πλανήτη που θερμαίνονται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Copernicus, η θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας παρουσιάζει σταθερή ανοδική τάση τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ το καλοκαίρι του 2024 καταγράφηκαν ιστορικά ρεκόρ θερμοκρασιών στη Μεσόγειο. Αυτό που περιγράφουν οι επιστήμονες ως «θαλάσσιος καύσωνας». Εννοούν τις περιόδους κατά τις οποίες η θερμοκρασία της θάλασσας παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα για αρκετές ημέρες ή εβδομάδες· τα επεισόδια αυτά επηρεάζουν ψάρια, μαλάκια, φύκη, πλαγκτόν και γενικότερα ολόκληρη την τροφική αλυσίδα.
Τα μύδια ως «βιολογικό θερμόμετρο»…
Στα παράλια της Λάρισας, από τον Αγιόκαμπο και τη Βελίκα έως το Στόμιο, οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες της θάλασσας κυμαίνονται πλέον συνήθως μεταξύ 26 και 29 βαθμών Κελσίου, ενώ σε ορισμένες περιόδους θαλάσσιου καύσωνα προσεγγίζουν ή ξεπερνούν πρόσκαιρα τους 29,5 βαθμούς.
«Μέχρι πριν από δέκα χρόνια, στα δικά μας τα παράλια, από το Στόμιο μέχρι και μετά το Ρακοπόταμο, η μέγιστη θερμοκρασία της θάλασσας, μετρώντας στη ζώνη 100 μέτρων απόστασης από το καλοκαιρινό το ήσυχο κύμα, ήταν 26 βαθμοί Κελσίου. Πλέον, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, έχουμε συχνά 28,5 τα απογεύματα, εκεί στις έξι η ώρα. Και έχουμε και μέρες, μέρες που αυξάνονται τον αριθμό καθώς περνάνε τα χρόνια, που έχουμε θερμοκρασίες σχεδόν μέχρι 30 βαθμούς». Με κοιτάζει «Πώς να ζήσουνε τα μύδια;» ρωτά. Μου εξηγεί ότι τα «μύδια αντέχουν και ζουν μέχρι και 27,5 βαθμούς Κελσίου. «Για αυτό λέμε ότι είναι βιολογικό θερμόμετρο. Συγκεκριμένα είναι αρνητικός δείκτης της αύξησης της θερμοκρασίας της θάλασσας».
Τα μύδια αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητους οργανισμούς στις αυξημένες θερμοκρασίες. Όταν το νερό παραμένει για μεγάλα χρονικά διαστήματα πάνω από τα όρια αντοχής τους, αυξάνεται το θερμικό στρες, μειώνεται η ανάπτυξή τους και αυξάνεται η θνησιμότητα. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν συνδυάζεται με ρύπανση, μεταβολές της αλατότητας ή άλλες περιβαλλοντικές πιέσεις. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που καταγράφονται είναι η υποχώρηση των φυσικών πληθυσμών μυδιών σε αρκετές παράκτιες περιοχές. Το 2024, οι μυδοκαλλιέργιες στον Θερμαϊκό κόλπο καταστράφηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ενώ στον Μακρύγιαλο Πιερίας, όπου παράγεται το 60% της παραγωγής μυδιών όλης χώρας, η παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 40%· ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος έχει να κάνει με τον γόνο, όπου η καταστροφή εκεί άγγιξε το 80-90%. Για περίπου 15-20 μέρες βλέπεις, η θερμοκρασία στον Θερμαϊκό Κόλπο άγγιξε τους 30 βαθμούς Κελσίου….
Συγκεκριμένα, στη δική μας περιοχή, η εγκατάσταση του γόνου των μυδιών γίνεται γύρω στις 15 με 20 Απριλίου. «Τότε γεμίζουνε τα βράχια όλα που είναι 10 μέτρα, 20 μέτρα, 30 μέτρα μέσα στη θάλασσα, γεμίζουν παντού και από τον γόνο μαυρίζουνε. Και σιγά σιγά μεγαλώνουνε μαζί με την κατάλληλη θερμοκρασία. Μέχρι τις 20 Ιουλίου που γίνονται περίπου 1,5 εκατοστό. Μετά αρχίζει ο εκφυλισμός και μέσα σε δύο μέρες έχουνε ψοφήσει· επιπλέουν γύρω από τα βράχια σαν μαύρο στεφάνι. Την τρίτη μέρα εξαφανίστηκαν». Ο κύριος Νίκος μου λέει επίσης ότι παρατηρούνε ότι κάθε χρόνο η εξαφάνισή τους πάει όλο παραπίσω από τις 20 Ιουλίου… «Ναι, έρχεται όλο και πιο νωρίς. Από τις 18 Ιουλίου το βλέπουμε».
Νέα είδη στο Βόρειο Αιγαίο…
«Χάνουμε τα μύδια αλλά γεμίζουμε με ψάρια που δεν τα γνωρίζουμε. Πολλές φορές οι ψαράδες πιάνουν με τα δίχτυα ψάρια που δεν ξέρουν τι είναι. Και πολλούς σκάρους. Είναι εντυπωσιακή η εμφάνιση ειδών που παλαιότερα θεωρούνταν χαρακτηριστικά των νοτιότερων θαλασσών»…
Ο σκάρος, ένα ψάρι που παραδοσιακά συνδεόταν με την Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα νότια Δωδεκάνησα, εμφανίζεται πλέον όλο και συχνότερα σε βορειότερες περιοχές. Ερευνητές του ΕΛΚΕΘΕ έχουν επισημάνει ότι η εξάπλωση θερμόφιλων ειδών προς το βόρειο Αιγαίο αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια της κλιματικής αλλαγής στις ελληνικές θάλασσες. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον σκάρο. Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο καταγράφεται μετακίνηση ειδών προς βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, καθώς αναζητούν θερμοκρασίες που ταιριάζουν καλύτερα στις βιολογικές τους ανάγκες.
«Ο σκάρος μοιάζει με τα μπακαλιαράκια και τα προσφυγάκια. Και συνεχώς αυξάνεται στα δικά μας νερά. Είναι θετικός δείκτης· αυξάνεται όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία, γίνονται κοπάδια μεγάλα. Ήταν ένα είδος που δεν υπήρχε στα δικά μας τα μέρη. Δεν το ξέρανε οι ψαράδες». Βέβαια, είναι νόστιμος… μου λέει.
Ο κύριος Νίκος είναι ξεκάθαρος. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική συζήτηση για το μέλλον, αλλά μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται στη σύνθεση των ψαριών, στη συμπεριφορά των θαλάσσιων οργανισμών και στις εμπειρίες όσων ζουν και εργάζονται δίπλα στη θάλασσα. «Τις παρατηρήσεις των ανθρώπων της περιοχής έρχεται και τις συμπληρώνει η επιστημονική έρευνα» μου λέει.
«Την επόμενη εβδομάδα θα σε πάω να δεις τις καλιακούδες και τις νεροχελώνες στον Πηνειό. Εδώ μέσα στην πόλη» συμπληρώνει. Μου χαρίζει και ένα μπουκάλι ροζέ. Ένα από τα 160 που βγάζει κάθε χρόνο από το αμπελάκι του Όμιλου Φίλων της Αμπέλου και του Οίνου «Ο Διόνυσος». Ωραία να σε κακομαθαίνουν λίγο…
Πηγή:onlarissa
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων


