Γράφει ο Χρήστος Γκίμτσας
Α. Στην συνάντησή μας
δίπλα στην θάλασσα,
βεβήλωσες την τελευταία
λευκή σελίδα της ζωής μου.
εκεί που θα έγραφα την απολογία μου,
ζητώντας συγνώμη και έλεος.
Τώρα όλες οι ιέρειες
που αδίκησα στον έρωτα,
με εκδικήθηκαν. Εγιναν Αρπυιες
και με παρέδωσαν στις Ερινύες.
Δεν αναρωτιέμαι για το μέλλον μου πιά.
Ξέρω πως θα μείνω άταφος.
Β. Σε συνάντησα κρυφά
στον τρίτο όροφο του παραδείσου.
-Αλήθεια πως βρέθηκες εσύ εκεί!-
Μου είπες με σιγανή φωνή, να προσέχω
γιατί ο θόρυβος ακούγονταν
στον δεύτερο όροφο
των ανέραστων και αναμάρτητων.
Εφυγα τρέχοντας μετά από τρείς ώρες
με τα ρούχα στα χέρια
και επέστρεψα στην κόλασή μου,
δωροδοκώντας πάλι τον φρουρό
πανάκριβα.
Αν με αναζητήσεις,
ξέρεις που θα με βρείς.
Ανάμεσα στους κολασμένους είμαι.
Γ. Οταν θα με θυμάσαι,
Θέλω να χαμογελάς,
να νοιώθεις ευτυχισμένη,
να χαίρεσαι που με γνώρισες.
Όταν θα σε θυμάμαι,
δεν θέλω να δακρύζεις.
Δεν θέλω να πνίγεσαι στην θλίψη,
ούτε να πονάς.
Θέλω να χαίρομαι που σε γνώρισα.
Αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά σου;
Η τελευταία δική σου εικόνα,
ήταν εκείνη που έμεινε στα μάτια μου,
καθώς έκλεινε η πόρτα του ασανσέρ
με εσένα μέσα του.
Christos.gim@gmail.com
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων


