Γράφει ο Αντιπτέραρχος (Ι) εα, Δρ. Θωμάς Χατζηαθανασίου *
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τον αναθεωρητισμό της. Και η ελληνική
κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την απουσία μεγάλης κρίσης ως
επαρκή απόδειξη στρατηγικής επιτυχίας.
«Σταθερότητα δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση υποχωρητικότητα, ούτε
ανοχή σε τετελεσμένα».
Η φράση του Πρωθυπουργού από το Ελ Αλαμέιν είναι πολιτικά σαφής.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι αν αποτελεί και στρατηγική αρχή της κυβέρνησης ή αν θα
παραμείνει ακόμη μία σωστή διατύπωση χωρίς αντίστοιχο βάθος πολιτικής.
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα των «ήρεμων νερών», παρουσιάζοντας την
αποκλιμάκωση ως σημαντικό δείκτη επιτυχίας της πολιτικής της. Και πράγματι, η αποφυγή μιας
μεγάλης κρίσης στο Αιγαίο είναι θετική εξέλιξη. Δεν αρκεί όμως για να αποδείξει ότι η ελληνική
στρατηγική λειτουργεί.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να επιδιώκει έναν άμεσο πόλεμο για να λειτουργεί ως αναθεωρητική
δύναμη. Μπορεί να επιδιώκει κάτι πολύ πιο σύνθετο: τη σταδιακή μεταβολή των
συσχετισμών και, κυρίως, του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται οι ελληνοτουρκικές
διαφορές. Η Τουρκία χρησιμοποιεί πολιτική, διπλωματική, νομική, οικονομική και
στρατιωτική ισχύ, επιδιώκοντας να αυξήσει τη διαπραγματευτική της θέση. Αυτό μπορεί
να γίνει χωρίς μία θεαματική κίνηση, αλλά με τη σταδιακή ανάδειξη νέων ζητημάτων ως
αυτονόητων αντικειμένων διαλόγου, με τη σύνδεση διαφορετικών θεμάτων και με τη δημιουργία
της εντύπωσης ότι το υφιστάμενο status quo είναι απλώς ένα από τα πιθανά σημεία αφετηρίας
μιας μελλοντικής συμφωνίας.
Το πραγματικό αντικείμενο της αντιπαράθεσης
Η τουρκική πολιτική δεν πρέπει να διαβάζεται ως άθροισμα μεμονωμένων απαιτήσεων. Η
«Γαλάζια Πατρίδα» λειτουργεί ως στρατηγικό αφήγημα που συνδέει το Αιγαίο, την Ανατολική
Μεσόγειο, την Κύπρο, την ενέργεια και την περιφερειακή ασφάλεια.
Δεν πρέπει ούτε να υποτιμάται ως απλή ρητορική ούτε να θεωρείται αυτομάτως προάγγελος
στρατιωτικής ενέργειας.
Ακριβώς γι’ αυτό η Αθήνα κάνει στρατηγικό λάθος όταν αντιμετωπίζει κάθε τουρκική ενέργεια ως
μεμονωμένο επεισόδιο και κάθε περίοδο αποκλιμάκωσης ως απόδειξη ότι η πολιτική της
αποδίδει.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια θέματα θεωρούνται αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ελληνική θέση είναι σαφής. Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ αποτελεί τη μόνη
ελληνοτουρκική διαφορά που η Αθήνα θεωρεί ότι μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία και
να επιλυθεί βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Η Τουρκία, αντιθέτως, αντιλαμβάνεται την
ελληνοτουρκική διαφορά πολύ ευρύτερα, περιλαμβάνοντας ζητήματα χωρικών υδάτων,
«γκρίζων ζωνών», αποστρατιωτικοποίησης και άλλες μονομερείς αξιώσεις.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι απλώς να διαφωνούν οι δύο χώρες, αλλά να
μετακινηθεί σταδιακά το σημείο εκκίνησης της συζήτησης, να τροποποιηθεί το πλαίσιο εντός του
οποίου συζητούνται οι ελληνοτουρκικές διαφορές.
Το casus belli και η ασυμμετρία
Το ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το άρθρο 3 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει το δικαίωμα
παράκτιου κράτους να καθορίσει χωρική θάλασσα έως 12 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα δεν έχει
ασκήσει μέχρι σήμερα το δικαίωμα αυτό στο Αιγαίο.
Η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης της 8ης Ιουνίου 1995, την οποία η Αθήνα
χαρακτηρίζει casus belli, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα ασφαλείας. Η Άγκυρα
απορρίπτει τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό και την περιγράφει ως πολιτική προειδοποίηση.
Η ουσία, ωστόσο, παραμένει. Ένα κράτος δηλώνει ότι η άσκηση ενός δικαιώματος από ένα
άλλο κράτος θα έχει σοβαρό κόστος.
Η Τουρκία έχει χωρική θάλασσα 12 ναυτικών μιλίων στη Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο, ενώ
διατηρεί διαφορετικό καθεστώς στο Αιγαίο. Η τουρκική ένσταση βασίζεται σε ένα γεωγραφικό και
στρατηγικό επιχείρημα: το Αιγαίο είναι ιδιαίτερα κλειστή και νησιωτική θάλασσα και μια ελληνική
επέκταση θα περιόριζε σημαντικά τις διεθνείς θαλάσσιες περιοχές.
Αυτό όμως είναι γεωπολιτικό επιχείρημα και δεν ταυτίζεται με το νομικό. Το ότι μια ελληνική
κίνηση είναι στρατηγικά επώδυνη για την Τουρκία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι παράνομη
για την Ελλάδα.
Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι και ζήτημα ισχύος.
Διάλογος και αποτροπή
Η Ελλάδα δεν μπορεί να απαντήσει μόνο με το διεθνές δίκαιο. Η διεθνής νομιμότητα είναι
θεμέλιο της ελληνικής θέσης, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της μηχανισμό επιβολής.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: νομιμότητα, διπλωματία,
συμμαχίες και αποτροπή.
Η νομική θέση χωρίς ισχύ είναι ανεπαρκής. Η ισχύς χωρίς νομιμοποίηση είναι επικίνδυνη. Η
διπλωματία χωρίς αποτροπή μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγμάτευση υπό πίεση, ενώ η
αποτροπή χωρίς διπλωματία μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Οι συνεργασίες με την Κύπρο και την Αίγυπτο, οι σχέσεις με το Ισραήλ, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες
Πολιτείες και τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου είναι σημαντικά εργαλεία. Αυξάνουν το
διπλωματικό και στρατηγικό κόστος μιας απόπειρας μονομερούς επιβολής.
Δεν πρέπει όμως να συγχέονται οι συμμαχίες με την εθνική ισχύ. Οι συμμαχίες είναι
πολλαπλασιαστής ισχύος, δεν είναι υποκατάστατό της.
Στόχος της Ελλάδας δεν πρέπει να είναι η απομόνωση της Τουρκίας. Πρέπει να είναι η
δημιουργία συνθηκών υπό τις οποίες η αλλαγή του status quo μέσω πίεσης θα είναι τόσο
δύσκολη και δαπανηρή ώστε η διαπραγμάτευση να αποτελεί την προτιμότερη επιλογή.
Αυτό είναι το νόημα της αξιόπιστης αποτροπής.
Τα «ήρεμα νερά» ως τακτική, όχι ως στρατηγική
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» μπορεί να είναι χρήσιμη. Η αποκλιμάκωση μειώνει τον κίνδυνο
ατυχήματος ή κρίσης, δημιουργεί χώρο για διάλογο και επιτρέπει την ανάπτυξη μέτρων
οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποτελεί στρατηγικό δείκτη επιτυχίας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπήρξε ηρεμία. Είναι αν, μέσα στην περίοδο της ηρεμίας,
ενισχύθηκε ή αποδυναμώθηκε η ελληνική θέση.
Μπορεί να υπάρχει αποκλιμάκωση και ταυτόχρονα να μετακινούνται αργά τα όρια της
συζήτησης. Μπορεί να μην υπάρχει κρίση και ταυτόχρονα να δημιουργούνται νέα δεδομένα.
Μπορεί νέες τουρκικές θέσεις να εμφανίζονται σταδιακά ως φυσιολογικά στοιχεία μιας
μελλοντικής διαπραγμάτευσης.
Αυτός είναι ο κίνδυνος όταν η αποκλιμάκωση μετατρέπεται από τακτικό εργαλείο σε αυτοσκοπό.
Να μπερδέψουμε την απουσία της κρίσης με την επίλυση του προβλήματος.
Η πραγματική κόκκινη γραμμή
Η φράση «σταθερότητα δεν σημαίνει υποχωρητικότητα» αποκτά αξία μόνο όταν μετατρέπεται σε
συγκεκριμένη πολιτική.
Η Ελλάδα χρειάζεται σαφή ιεράρχηση: ποια ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο
διαπραγμάτευσης, ποια απαιτούν ειδική διαχείριση και ποια δεν μπορούν να αποτελέσουν
αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η αποτροπή δεν είναι μόνο στρατιωτική ικανότητα. Είναι και
σαφήνεια ως προς το τι υπερασπίζεσαι.
Και κυρίως, η Τουρκία πρέπει να γνωρίζει ότι τα ελληνικά όρια είναι αξιόπιστα.
Αυτό δεν επιτυγχάνεται με μεγάλες δηλώσεις. Επιτυγχάνεται όταν η διπλωματική θέση, οι
συμμαχίες και η αμυντική ικανότητα λειτουργούν ως ενιαίο στρατηγικό σύστημα.
Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι ένας άμεσος ελληνοτουρκικός πόλεμος. Είναι ένα μακρύ
παιχνίδι χαμηλής και μεσαίας έντασης: περίοδοι αποκλιμάκωσης και διαλόγου, μέτρα
οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τουρκικές δηλώσεις και διπλωματικές κινήσεις, ενεργειακές
πρωτοβουλίες, προσωρινές κρίσεις και εκ νέου αποκλιμάκωση.
Αυτό μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Και ίσως είναι δυσκολότερο από μια σαφή κρίση, επειδή μια
κοινωνία μπορεί σταδιακά να συνηθίσει μια πραγματικότητα που παλαιότερα θα θεωρούσε
απαράδεκτη.
Συμπέρασμα
Το τέλος των αυταπατών δεν σημαίνει τέλος του διαλόγου. Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον ούτε να
αντιμετωπίζει την Τουρκία ως αναπόφευκτο εχθρό ούτε να συμπεριφέρεται σαν να έχει πάψει να
αποτελεί στρατηγικό ανταγωνιστή. Έχει όμως ακόμη λιγότερο συμφέρον να αποδεχθεί σταδιακά
μια νέα πραγματικότητα επειδή κάθε επιμέρους τουρκική κίνηση μοιάζει «μικρή».
Η σωστή στρατηγική βρίσκεται ανάμεσα στον κατευνασμό και την πολεμική ρητορική: ισχυρή
αποτροπή και ενεργός διπλωματία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να πείσει την Τουρκία ότι έχει δίκιο. Χρειάζεται να την πείσει ότι η
αλλαγή του status quo μέσω πίεσης δεν είναι επικερδής.
Τέλος στις αυταπάτες, αλλά όχι στον διάλογο. Τέλος στην αφέλεια, αλλά όχι στη διπλωματία.
Τέλος στην αδράνεια, αλλά όχι στην αποκλιμάκωση.
Γιατί τα «ήρεμα νερά» έχουν αξία μόνο όταν κάτω από την επιφάνειά τους υπάρχει
στρατηγικό βάθος.
Αλλιώς, δεν είναι σταθερότητα. Είναι απλώς αναμονή.
* Δρ. Θωμάς Ν. Χατζηαθανασίου
Αντιπτέραρχος (Ι) εα
Επίτιμος Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ)
Αν. Γραμματέας Τομέα Άμυνας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής
Γεν. Γραμματέας ΔΣ Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος (Α.ΑΚ.Ε.)
Αντιπρόεδρος Ελληνικής MENSA
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων

