Την πρώτη ξεκάθαρη προαναγγελία ίδρυσης κόμματος από το στενό περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού της ΝΔ αποτελεί το άρθρο του Θανάση Σκορδά, πρώην υφυπουργού της ΝΔ και συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά, που συμμετέχει μάλιστα στις διαδικασίες δημιουργίας του νέου πολιτικού φορέα του Μεσσήνιου πολιτικού. Ο κ. Σκορδάς δημοσίευσε την Παρασκευή στην εφημερίδα «Αμαρυσία» των Βορείων Προαστείων της Αθήνας άρθρο με τίτλο: «Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε έναν Σαμαρά, τον έχουμε», προαναγγέλλοντας το νέο κόμμα και περιγράφοντας τον βασικό στόχο της κίνησης αυτής: Να συμμετάσχει ο νέος πολιτικός φορέας μετά τις εκλογές σε συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, προκειμένου να υπάρξει πολιτική σταθερότητα.
“Δεν πρόκειται για προσωπική επιδίωξη ενός πρώην πρωθυπουργού”
«Αν, λοιπόν, η επόμενη εκλογική επιλογή δεν οδηγεί σε αυτοδύναμη κυβέρνηση, όπως όλα δείχνουν πιθανό, θα χρειαστεί να απαντήσουμε στο απλό ερώτημα: ποιος μπορεί να αποτελέσει έναν αξιόπιστο κυβερνητικό εταίρο; Αν οι δυνάμεις του σημερινού κεντροαριστερού χώρου δεν μπορούν ή δεν θέλουν να παίξουν αυτόν τον ρόλο, θα αναζητήσουμε άραγε εκ των υστέρων μια κυβέρνηση σε έναν ετερόκλητο συνδυασμό δυνάμεων, με διαφορετικές αντιλήψεις για την οικονομία, τους θεσμούς, τη γεωπολιτική τοποθέτηση της χώρας και τα εθνικά μας θέματα; Αυτό δεν είναι σοβαρός σχεδιασμός για τη διακυβέρνηση της χώρας. Μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται μόνο κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Χρειάζεται κοινό προσανατολισμό, πολιτική συγγένεια, καθαρές θέσεις και τη δυνατότητα να παίρνει δύσκολες αποφάσεις χωρίς να ακυρώνεται από την πρώτη ημέρα. Γι’ αυτό η δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα στον χώρο της πατριωτικής, ευρωπαϊκής και κοινωνικά υπεύθυνης κεντροδεξιάς, δεν αποτελεί παράγοντα αστάθειας. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας. Και εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει να αξιολογήσουν οι πολίτες. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να αναλάβει αυτή την ευθύνη», είναι το χαρακτηριστικό απόσπασμα του άρθρου του κ. Σκορδά.
Ο ίδιος εξηγεί ότι «δεν πρόκειται για την προσωπική επιδίωξη ενός πρώην πρωθυπουργού να αποκτήσει ξανά κομματικό ρόλο. Πρόκειται για την ανταπόκριση σε ένα υπαρκτό κοινωνικό και πολιτικό αίτημα: να υπάρξει ένας χώρος με σαφή ταυτότητα, αρχές και κυβερνητική αξιοπιστία, ικανός να συμβάλει στην αλλαγή πολιτικής αλλά και στη σταθερότητα της χώρας. Είναι λοιπόν αυτή η πολιτική ανάγκη που επιβάλλει να εφεύρουμε έναν Σαμαρά, αν δεν υπήρχε, ώστε να βρουν διέξοδο οι αναζητήσεις σημαντικής μερίδας πολιτών που δεν βλέπουν προοπτική στις πολιτικές επιλογές της σημερινής ηγετικής ομάδας της ΝΔ ή των υπολοίπων κομμάτων»
Ο κ. Σκορδάς, μάλιστα, ανακοινώνει εμμέσως και την δική του υποψηφιότητα με το κόμμα Σαμαρά στην Δυτική Αθήνα. «Θεωρώ χρέος μου να είμαι παρών και στη Δυτική Αθήνα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να ζητήσω από τους πολίτες να κρίνουν και να εμπιστευθούν αυτή την προσπάθεια», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η παρέμβαση αυτή που προέρχεται από έναν στενό συνεργάτη του Μεσσήνιου πρώην πρωθυπουργού, κάθε άλλο παρά ασήμαντη είναι, καθώς για πρώτη φορά δηλώνεται με ευκρίνεια η στόχευση των επικείμενων πρωτοβουλιών του κ. Σαμαρά, που «απαντά» στο κυρίαρχο ερώτημα της προεκλογικής περιόδου που ξεκίνησε για τις κάλπες του 2027: Αφού δεν θέλει κανείς να συγκυβερνήσει με τη ΝΔ σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, πως θα κυβερνηθεί η χώρα;
Εντύπωση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι ο κ. Σκορδάς στο άρθρο του αυτό δεν βάζει ως προϋπόθεση για να συμφωνήσει να συγκυβερνήσει το εν δυνάμει κόμμα του κ. Σαμαρά με τη ΝΔ, την μη συμμετοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην θέση του πρωθυπουργού, κάτι που διακινείτο το προηγούμενο διάστημα ως σενάριο από διάφορους κύκλους, πλησίον του πρώην προέδρου της ΝΔ.
Επίσης δείχνει να απορρίπτει η πλευρά Σαμαρά το σενάρια κυβέρνησης ειδικού σκοπού. “Θα αναζητήσουμε άραγε εκ των υστέρων μια κυβέρνηση σε έναν ετερόκλητο συνδυασμό δυνάμεων, με διαφορετικές αντιλήψεις για την οικονομία, τους θεσμούς, τη γεωπολιτική τοποθέτηση της χώρας και τα εθνικά μας θέματα; Αυτό δεν είναι σοβαρός σχεδιασμός για τη διακυβέρνηση της χώρας”, σημειώνει.
Η στρατηγική που χαράσσει το επιτελείο του κ. Σαμαρά στην τελική ευθεία των τελικών αποφάσεων του Μεσσήνιου πολιτικού που θα ολοκληρωθεί με την ανακοίνωση του νέου κόμματος, πιθανόν στα τέλη Σεπτεμβρίου, όπως έγραψαν τα Παραπολιτικά, δείχνει ότι η στόχευσή τους είναι η πρώτη Κυριακή των εκλογών, προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης που -όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις- πιέζει τα μικρότερα κόμματα (ενίοτε τα «σπρώχνει» και σε ποσοστά κάτω του εκλογικού ορίου του 3%) και ενισχύει τα μεγαλύτερα.
Οι αναφορές του κ. Σκορδά δείχνουν να προβληματίζει το επιτελείο του πρώην πρωθυπουργού το ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών, ενώ στέλνει και ένα μήνυμα στα δυσαρεστημένα στελέχη της ΝΔ να «συστρατευθούν» μαζί τους στην λογική «μετά τις εκλογές μαζί θα είμαστε στην κυβέρνηση με τη ΝΔ», αλλά και στους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ -που προτιμούν όμως την πολιτική σταθερότητα- ότι «ο Σαμαράς θα εγγυηθεί την πολιτική συνέχεια της ΝΔ στην κυβέρνηση».
Βέβαια, η Σαμαρική αυτή στρατηγική προσκρούει στην κυβέρνηση και στον ίδιο τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος με δηλώσεις του με πολύ αυστηρό τρόπο έκοψε πρόσφατα τη συζήτηση που πήγε να ανοίξει περί συνεργασίας. Μάλιστα, ήταν κάθετος στα σενάρια αυτά λέγοντας πως δεν υπάρχει κανένα πεδίο συνεννόησης με τον Αντώνη Σαμαρά, χαρακτηρίζοντας «διασκεδαστικά» τα υποθετικά σενάρια που αναλύουν συνεργασίες και πιθανούς πρωθυπουργούς. «Δεν γίνεται να τοποθετηθώ σε τρία υποθετικά σενάρια. Αν κάνει κόμμα ο κ. Σαμαράς, αν μπει στη Βουλή και αν η Ν.Δ. θα έχει ή όχι αυτοδυναμία», έχει πει χαρακτηριστικά, καταλήγοντας πως «η Ν.Δ. διεκδικεί με αξιώσεις την αυτοδυναμία» που είναι «μια αναγκαία συνθήκη» η οποία υπαγορεύεται από την άρνηση των κομμάτων για συνεργασίες, καθώς «δεν υπάρχει κάποιο κόμμα για να συνεργαστεί η Ν.Δ., αλλά όχι με δική της υπαιτιότητα».
Ολόκληρο το άρθρο του Θανάση Σκορδά
Η Ελλάδα χρειάζεται αλλαγή πολιτικής, αλλά και μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που θα μπορεί να μετατρέψει την επόμενη εκλογική πραγματικότητα σε σταθερή και βιώσιμη διακυβέρνηση. Η πολιτική συζήτηση των επόμενων εβδομάδων θα περιστραφεί, όπως είναι φυσικό, γύρω από την οικονομία και τα μέτρα που θα ανακοινώσει η κυβέρνηση στη ΔΕΘ. Όμως η χώρα δεν έχει ανάγκη μόνο από ένα ακόμη πακέτο παροχών. Έχει ανάγκη από μια διαφορετική κατεύθυνση. Γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχει μια κοινωνία που εξακολουθεί να υποφέρει από την ακρίβεια στην καθημερινότητά της. Πίσω από τις εξαγγελίες για μεταρρυθμίσεις υπάρχει ένα κράτος που συχνά παραμένει αναποτελεσματικό και πάντως μακριά από τον πολίτη. Και πίσω από την εικόνα μιας οικονομίας που μεγεθύνεται, αλλά δεν βελτιώνεται, υπάρχουν νέοι που δυσκολεύονται να αποκτήσουν σπίτι και να δημιουργήσουν οικογένεια, εργαζόμενοι που βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται και μια παραγωγική βάση που δεν αποκτά την ισχύ και την ανταγωνιστικότητα που χρειάζεται η χώρα. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν είναι από μόνη της βελτίωση της οικονομίας, όταν δεν μεταφράζεται σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα, περισσότερες παραγωγικές ευκαιρίες και καλύτερες προοπτικές για την κοινωνία.
Στα εθνικά θέματα, επίσης, η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη αυτοπεποίθηση και ξεκάθαρο στρατηγικό σχεδιασμό. Ο διάλογος με την Τουρκία είναι αναγκαίος και πρέπει να υπάρχει. Δεν είναι όμως κάθε διάλογος χρήσιμος. Όταν επαναλαμβάνεται χωρίς σαφή στόχο, χωρίς αποτελέσματα και χωρίς να αντιμετωπίζει τις πραγματικές πηγές της έντασης, καταλήγει προσχηματικός και αναποτελεσματικός. Αυτά δεν είναι ζητήματα επικοινωνίας. Είναι ζητήματα πολιτικής. Και γι’ αυτό χρειάζεται αλλαγή εθνικής στρατηγικής. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η σημερινή ηγετική ομάδα της ΝΔ ζητά αυτοδυναμία. Η αυτοδυναμία είναι ασφαλώς ένας τρόπος σχηματισμού κυβέρνησης. Δεν είναι όμως από μόνη της συνώνυμη με τη σταθερότητα, ούτε αποτελεί εγγύηση ότι η ίδια πολιτική θα είναι η κατάλληλη για την επόμενη περίοδο.
Η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση, αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα και αλλαγή πολιτικής. Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε το πολιτικό μέλλον της Ελλάδας εκβιάζοντας το εκλογικό σώμα να δώσει αυτοδυναμία. Η σταθερότητα μιας χώρας δεν μπορεί να εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα. Η πραγματική σταθερότητα απαιτεί αξιόπιστες πολιτικές διαδρομές προς μια βιώσιμη κυβέρνηση που θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις εκλογικές επιλογές της κοινωνίας. Αν, λοιπόν, η επόμενη εκλογική επιλογή δεν οδηγεί σε αυτοδύναμη κυβέρνηση, όπως όλα δείχνουν πιθανό, θα χρειαστεί να απαντήσουμε στο απλό ερώτημα: ποιος μπορεί να αποτελέσει έναν αξιόπιστο κυβερνητικό εταίρο; Αν οι δυνάμεις του σημερινού κεντροαριστερού χώρου δεν μπορούν ή δεν θέλουν να παίξουν αυτόν τον ρόλο, θα αναζητήσουμε άραγε εκ των υστέρων μια κυβέρνηση σε έναν ετερόκλητο συνδυασμό δυνάμεων, με διαφορετικές αντιλήψεις για την οικονομία, τους θεσμούς, τη γεωπολιτική τοποθέτηση της χώρας και τα εθνικά μας θέματα; Αυτό δεν είναι σοβαρός σχεδιασμός για τη διακυβέρνηση της χώρας. Μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται μόνο κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Χρειάζεται κοινό προσανατολισμό, πολιτική συγγένεια, καθαρές θέσεις και τη δυνατότητα να παίρνει δύσκολες αποφάσεις χωρίς να ακυρώνεται από την πρώτη ημέρα. Γι’ αυτό η δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα στον χώρο της πατριωτικής, ευρωπαϊκής και κοινωνικά υπεύθυνης κεντροδεξιάς, δεν αποτελεί παράγοντα αστάθειας. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας.
Και εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει να αξιολογήσουν οι πολίτες. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Ως πρωθυπουργός από το 2012 έως το 2015, κυβέρνησε με μια τρικομματική συνεργασία της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Αριστεράς – τριών πολιτικών δυνάμεων που δεν ήταν ιδεολογικά συγγενείς. Κι όμως, αυτή η κυβέρνηση δεν υπήρξε μια πρόσκαιρη διευθέτηση. Διαμόρφωσε προγραμματική συμφωνία και, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, συνέβαλε στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, στη δημοσιονομική σταθεροποίηση και στην επιστροφή της Ελλάδας σε πορεία ανάκαμψης. Αυτό ακριβώς κάνει σήμερα επίκαιρη μια νέα πολιτική πρωτοβουλία του. Δεν πρόκειται για την προσωπική επιδίωξη ενός πρώην πρωθυπουργού να αποκτήσει ξανά κομματικό ρόλο.
Πρόκειται για την ανταπόκριση σε ένα υπαρκτό κοινωνικό και πολιτικό αίτημα: να υπάρξει ένας χώρος με σαφή ταυτότητα, αρχές και κυβερνητική αξιοπιστία, ικανός να συμβάλει στην αλλαγή πολιτικής αλλά και στη σταθερότητα της χώρας. Είναι λοιπόν αυτή η πολιτική ανάγκη που επιβάλλει να εφεύρουμε έναν Σαμαρά, αν δεν υπήρχε, ώστε να βρουν διέξοδο οι αναζητήσεις σημαντικής μερίδας πολιτών που δεν βλέπουν προοπτική στις πολιτικές επιλογές της σημερινής ηγετικής ομάδας της ΝΔ ή των υπολοίπων κομμάτων. Αυτός ο χώρος πρέπει να ξαναμιλήσει για την παραγωγή και την εργασία, για την οικογένεια και το δημογραφικό, για την ασφάλεια, για την κοινωνική συνοχή, για την αξιοπρέπεια του πολίτη απέναντι στο κράτος. Να υπερασπιστεί την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας χωρίς να φοβάται να υπερασπιστεί τα εθνικά της συμφέροντα. Να συνδυάσει οικονομική σοβαρότητα με κοινωνική ευαισθησία και πατριωτισμό με αυτοπεποίθηση.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιλέγω να συμμετέχω στην προσπάθεια για την ανάταξη της πατρίδας και της παράταξης. Και, εάν μου δοθεί η ευκαιρία να συμμετάσχω στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση, θεωρώ χρέος μου να είμαι παρών και στη Δυτική Αθήνα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να ζητήσω από τους πολίτες να κρίνουν και να εμπιστευθούν αυτή την προσπάθεια. Η επιλογή της Δυτικής Αθήνας έχει για μένα έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Είναι ένας τόπος όπου οι μεγάλες πολιτικές έννοιες δοκιμάζονται στην πραγματική τους διάσταση. Η ακρίβεια είναι ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Η ασφάλεια είναι η καθημερινότητα της γειτονιάς. Η εργασία είναι η αγωνία ενός ανθρώπου να εξασφαλίσει το αύριο. Η στέγη είναι το αν ένα νέο ζευγάρι μπορεί να ξεκινήσει τη δική του οικογένεια. Και η σχέση με το κράτος κρίνεται κάθε μέρα, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη. Εκεί θέλω να σταθώ και να κριθώ, αν οι πολίτες μού κάνουν την τιμή να με εμπιστευθούν. Γιατί η πολιτική αξίζει μόνο όταν μετατρέπεται σε ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους.
Δεν θεωρώ την πολιτική προσωπική υπόθεση. Τη θεωρώ καθήκον. Και όταν πιστεύεις ότι η πατρίδα και η παράταξη χρειάζονται ανάταξη, δεν έχεις το δικαίωμα να παρακολουθείς από απόσταση. Συμμετέχεις, αναλαμβάνεις το κόστος και κρίνεσαι από τους πολίτες. Αυτό υπαγορεύει και το δικό μου αίσθημα χρέους. Να είμαι παρών εκεί όπου χρειάζεται, με καθαρές αρχές, πολιτική σοβαρότητα και διάθεση να αναλάβω ευθύνη. Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια κυβέρνηση που θα έχει την πλειοψηφία. Χρειάζεται μια πολιτική που να αξίζει την πλειοψηφία.
parapolitika
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων

