Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2026
trikaladay.gr / Άρθρα / Ενας ημίαιμος ελληνικός ιχνηλάτης

Ενας ημίαιμος ελληνικός ιχνηλάτης

Γράφει ο Χρήστος Γκίμτσας.
Τις αργίες, δηλαδή τις ημέρες που δεν δούλευε το
πρωί, του άρεσε να κάθεται σε ένα παγκάκι του
μικρού πάρκου που βρίσκονταν στην γειτονιά του,
και να αφοσιώνεται στον εαυτό του.
Δηλαδή, να αγοράζει ένα καπουτσίνο μαζί με ένα
κρουασάν και μία εφημερίδα και να χάνεται μέσα
στις σελίδες της, γιατί αυτός τις ειδήσεις ήθελε να
τις μαθαίνει από το χαρτί. Και αργότερα προς το
μεσημέρι να πηγαίνει και να συναντά κάποιους
σταθερούς φίλους στο « Ηδύποτον». Κλασικό
τσιπουράδικο ήταν.
Ετσι έκανε και εκείνο το ηλιόλουστο κυριακάτικο
πρωινό.
Την παρουσία του σκύλου που ήλθε και στάθηκε
στην άκρη στο παγκάκι, την κατάλαβε όταν έστεψε
το βλέμμα του, καθώς άλλαζε σελίδα στην
εφημερίδα.
Απόρησε και μετά εντυπωσιάστηκε καθώς
κουνούσε ρυθμικά τα μεγάλα του αυτιά και
συγχρόνως κοιτούσε με καθηλωμένο βλέμμα το
κρουασάν που κρατούσε.
«Τι διάολο, πεινασμένος πρέπει να είναι »,
σκέφτηκε.

Εκοψε ένα κομμάτι, του το έδωσε και τον
παρακολουθούσε καθώς το εξαφάνισε ακαριαία.
«Μα τόσο νηστικός είναι ;» ξανασκέφτηκε.
Τελικά μοιράστηκε το κρουασάν μαζί του.
Πρόσεξε πάντως πως φορούσε ένα κόκκινο
περιλαίμιο από το οποίο κρέμονταν το ταμπελάκι
του εμβολιασμού.
Δεν φαινόταν αδέσποτος. Μάλλον από κάπου θα
είχε χαθεί. Ισως και να τον είχαν εγκαταλείψει.
Ξαφνιάστηκε πάντως, γιατί πηγαίνοντας για το
«Ηδύποτον» ο σκύλος τον ακολούθησε μέχρι την
είσοδο του μαγαζιού.
Εκεί τον βρήκε να τον περιμένει όταν ήλθε η ώρα να
χωρίσει η παρέα. Το ξαναλυπήθηκε. Μάζεψε κάποια
αποφάγια από το τραπέζι που διασκέδαζαν και του
τα έδωσε σε μία γωνιά του δρόμου. Ούτε που
κατάλαβε πότε τα εξαφάνισε.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον ακολούθησε μέχρι
την είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε.
Το μεγάλο ξάφνιασμα όμως, ήταν την επόμενη το
πρωί, που ξεκινώντας για την δουλειά του, τον
βρήκε ξαπλωμένο στο χαλάκι της εισόδου της
πολυκατοικίας.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, μονολόγησε:
«Εχει γούστο να με περιμένει όταν θα γυρίσω!»
Κι όμως τον περίμενε.
Τελικά το συμπάθησε και συνάμα τον λυπήθηκε και
έβαλε ένα κουπάκι με σκυλοτροφή και λίγο νερό σε

μία άκρη του ακάλυπτου, ελπίζοντας , πως αν έχει
χαθεί, κάποιοι θα τον αναζητήσουν.
Πέρασαν όμως μέρες και κανείς δεν τον έψαξε. Και
μάλιστα κάποιοι ένοικοι της οικοδομής άρχισαν να
δυσφορούν με την παρουσία του ζώου.
Στο τέλος αποφάσισε να αναζητήσει το αφεντικό του
δημοσιεύοντας την φωτογραφία του μαζί με το
σχόλιο, πως είχε βρεθεί ένας αρσενικός Ελληνικός
ημίαιμος ιχνηλάτης . Ετσι του είπε ένας κτηνίατρος
που ρώτησε για την ράτσα του σκύλου. Μαζί
δημοσίευσε και τα δικά του στοιχεία με την ελπίδα
πως κάποιος θα επικοινωνούσε μαζί του.
Ημέρα Κυριακής και αυτός να κάθεται στο γνωστό
παγκάκι με τον σκύλο δίπλα του, που έτρωγε όχι
μισό ,αλλά ολόκληρο πια κρουασάν, όταν χτύπησε
το τηλέφωνο του.
Μία γυναίκα ήταν, μάλλον νεαρή και με κάπως
ανήσυχη φωνή, έψαχνε τον χαμένο σκύλο της. Της
είπε που βρίσκονταν και μετά από λίγο τον
πλησίασε στο παγκάκι, μία ξανθή όντως νεαρή και
νόστιμη γυναίκα με έξυπνα μάτια.
«Επιτέλους! Εδώ βρίσκεσαι παλιολήτη. Που
χάθηκες τόσο καιρό;» είπε απευθυνόμενη στον
σκύλο.
«Δικός είναι ;» ρώτησε.
«Μάλιστα. Ούτε καλημέρα δεν σας είπα από την
αγωνία μου. Τόσο καιρό τον είχα χαμένο και σας
ευχαριστώ πολύ που το συμμαζέψατε», του

απάντησε καθώς είχε αρχίσει να χαϊδεύει τον σκυλί
στο κεφάλι και στην ράχη .
«Αλήθεια, πως τον λένε;» την ρώτησε.
«Εκτορα» είπε μετά από ένα μικρό δισταγμό και
βάζοντας το χέρι της στην τσάντα της, έβγαλε ένα
σακουλάκι με κροκέτες , γέμισε την χούφτα της και
άρχισε να τον ταΐζει χαϊδεύοντάς τον συνέχεια.
«Πάντως πρέπει να σας αγάπησε. Φαίνεται από τον
τρόπο που σας κοιτάει», γύρισε και του είπε κάποια
στιγμή.
«Ε, βέβαια, μετά από τόση περιποίηση και τάισμα,
πως να μην με αγαπήσει;» απάντησε
ανακουφισμένος.
Εβγαλε από την τσάντα της ένα λουρί και το πέρασε
στον λαιμό του Εκτορα.
«Δεν ξέρω πως να σας ευχαριστήσω…»
«Δεν χρειάζεται , αρκεί που θα ηρεμήσω. Ειχα
απελπιστεί»
«Επιμένω, πρέπει να σας ευχαριστήσω.»
Αντάλλαξαν τηλέφωνα με την υπόσχεση να
ξανασυναντηθούν.
«Νόστιμη κοπέλα» σκέφτηκε καθώς την
παρακολουθούσε να απομακρύνεται μαζί με τον
σκύλο που την ακολουθούσε πειθαρχημένα
δεμένος με το λουρί, που μάλιστα γύρισε το κεφάλι
του μερικές φορές και τον κοίταξε, λες και τον
αποχαιρετούσε.

Η επόμενη συνάντησή τους, ήταν σε ένα μπιστρό «
για ένα ποτό και ένα ελαφρύ γεύμα, έτσι για να βγεί
από την υποχρέωση της»
Μίλησαν στον ενικό και με οικειότητα καθώς μία
ζεστή ατμόσφαιρα απλώθηκε ανάμεσα τους.
Νώντα τον έλεγαν, σε τράπεζα δούλευε και ζούσε
μόνος του σε διαμέρισμα πολυκατοικίας.
Εκείνη την έλεγαν Χαρά, δούλευε σε ένα λογιστικό
γραφείο και παλιότερα πήγαινε στην τράπεζά του
και τακτοποιούσε οικονομικές υποθέσεις των
πελατών τους. Και μάλιστα, ανακαλώντας την μνήμη
της , θυμήθηκε πως τον είχε δει μερικές φορές πίσω
από το γραφείο του. Και αυτή μόνη της ζούσε σε
μονοκατοικία-το πατρικό της ήταν- στην άκρη της
πόλης, με αυλή και λουλούδια.
Η επόμενη συνάντησή τους , ήταν στο σπίτι της. Και
μια που ο καιρός ήταν εξαιρετικός, του έκανε το
τραπέζι στον κήπο της, ανάμεσα στις
τριανταφυλλιές της που ήταν το καμάρι της και ο
Εκτορας να τριγυρίζει ανάμεσά τους χαρούμενος.
Στην Τρίτη συνάντησή τους, από τον κήπο της
βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρά της , απ’ όπου έφυγε
χαράματα για να πάει στην δουλειά του.
Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και στο τέλος ο Νώντας
ξενοίκιασε κα εγκαταστάθηκε στην μονοκατοικία.
Στο παγκάκι του δεν ξαναπήγε. Προτιμούσε να
περνάει τα ελεύθερα πρωινά του ,μαζί με την Χαρά.
Στο «Ηδύποτον» όμως πήγαινε. Μάλιστα μια φορά

την πήρε μαζί του για να την γνωρίσει η παρέα.
Ενας φίλος μόλις την είδε, έσκυψε και του είπε στο
αυτί:
«Ωραίο κορίτσι . Που το πέτυχες βρε μπαγάσα;
Φαίνεται από μακριά ότι είσαι ερωτευμένος μαζί
της.»
«Και αυτή με μένα», απάντησε συνωμοτικά.
Είχε χειμωνιάσει όταν ένα βράδυ πλησίασε τα χείλη
της στο αυτί του και του είπε όσο πιο σιγανά
μπορούσε.
«Είμαι έγκυος το τέστ βγήκε θετικό»
Εμεινε λίγο μετέωρος και όταν συνήλθε, σήκωσε
ώμους όμως και της απάντησε:
« Και τι καθόμαστε. Ετοίμασε τα χαρτιά σου και πάμε
στο δημαρχείο»
Μετά τον γάμο, πήγαν στο «Ηδύποτον» για το
γαμήλιο τραπέζι και ο Εκτορας να περιμένει με
υπομονή έξω από την ταβέρνα, περιμένοντας με
υπομονή το μερίδιό του από το τραπέζωμα.
Πέρασαν ο καιρός και η Χαρά ήταν στον μήνα της
για να γεννήσει. Κόρη κυοφορούσε. Καθόταν σε ένα
καναπέ που τον έβρισκε αναπαυτικό για την
περίπτωσή της, με τον Νώντα δίπλα της, και
έβλεπαν μία ταινία.
Ξαφνικά έκλεισε την οθόνη και τον κοίταξε πολύ
σοβαρά στα μάτια.
Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι και να ζητήσω
συγχώρεση. Τώρα που θα γεννηθεί το κορίτσι, δεν

θέλω να είμαι χρεωμένη με καμία αμαρτία. Γιατί λένε
πως οι αμαρτίες κληρονομούνται καμμιά φορά.
Την κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Για ποια αμαρτία μιλάς;»
«Ξέρεις , παλιά όταν ερχόμουν στην τράπεζα για
υποθέσεις των πελατών , δεν ξέρεις πόσο μου
άρεσε να σε βλέπω έτσι ομορφούλης που ήσουνα.
Με τον καιρό σε ερωτεύτηκα , αλλά εσύ ούτε που
μου έδινες σημασία. Εκεί, σκυμμένος στον
υπολογιστή σου και στην αριθμομηχανή, ούτε μία
φορά δεν σήκωσες το κεφάλι να με δείς. Και πολύ
υπέφερα γι’ αυτό.
Μέχρι που διάβασα την ανακοίνωσή σου για τον
χαμένο σκύλο. Είπα, να η ευκαιρία για να τον
πλησιάσω. Επλεξα ολόκληρη συνομωσία στο
μυαλό μου. Σε συνάντησα στο παγκάκι και
προσποιήθηκα, λέγοντας ψέματα πως ο σκύλος
ήταν δικός μου. Ούτε που τον είχα ξαναδεί ποτέ
στην ζωή μου.»
Σταμάτησε και τον κοίταξε με αγωνία στα μάτια,
περιμένοντας την αντίδρασή του.
«Βρε πονηρό, έστησες ολόκληρη πλεκτάνη για να
με πλησιάσεις! Ούτε μπορούσα να φανταστώ πως
θα με ένωνε μαζί σου ένα σκυλί και ένα ψέμα. Σαν
παραμύθι!»
Εμεινε λίγο σιωπηλός κα συνέχισε:
«Εντάξει , συγχωρεμένη . Αλλά δεν σε περίμενα
τόσο πανούργα. Πάντως, ύστερα από όλα αυτά,

τώρα που θα γεννηθεί το κορίτσι σκέφτηκα τι
όνομα να της δώσουμε.
«Ποιο;» απάντησε με έντονη περιέργεια.
Αλήθεια ποιο είναι το θηλυκό του Εκτορα; Εκτορία;.
Αυτό το όνομα της ταιριάζει και αυτό θέλω.

Christos.gim@gmail.com

Δες επίσης

ΝΙΚΗ: Όχι κυβέρνηση αρίστων αλλά… αχρήστων – Διορισμοί χωρίς ΦΕΚ για τους ημετέρους του Μαξίμου

Δεν υπάρχει ούτε μία ημέρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη να μην δηλώνει εκκωφαντικά την ανικανότητά ...