Η πρόσφατη κυβερνητική εξαγγελία για τη δέσμευση ενός έκτακτου χρηματοδοτικού πακέτου ύψους 95 εκατομμυρίων ευρώ με σκοπό την άμβλυνση του ενεργειακού κόστος στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, υπερβαίνει τα όρια μιας απλής δημοσιονομικής παρέμβασης. Στην πραγματικότητα, αποτελεί την πλήρη και απροκάλυπτη μεθοδολογία υλοποίησης της οικονομικής φιλοσοφίας που εισήγαγε η Έκθεση Πισσαρίδη . Πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική επιλογή: την επιλεκτική θωράκιση των μεγάλων εταιρικών ομίλων και την παράλληλη έκθεση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στις δυνάμεις της αγοράς.
◆ Μια ασύμμετρη αρχιτεκτονική ενισχύσεων
Το νέο πλαίσιο επιδοτήσεων, το οποίο επιστρατεύει τα ευρωπαϊκά εργαλεία CISAF και METSAF, αποσκοπεί σε μια αισθητή ελάφρυνση —της τάξης των 20 έως 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh)— αποκλειστικά για τους παραγωγικούς κολοσσούς της χώρας, όπως η χαλυβουργία, η τσιμεντοβιομηχανία, η χαρτοποιία και η μεγάλης κλίμακας μεταποίηση τροφίμων.
Στον αντίποδα αυτής της γενναιόδωρης μέριμνας, ο παραδοσιακός φούρνος της γειτονιάς, το συνοικιακό ζαχαροπλαστείο και οι μικρές επιχειρήσεις της χαμηλής και μέσης τάσης καταδικάζονται σε πλήρη αποκλεισμό. Παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι κλάδοι παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλή ενεργειακή ένταση λόγω της αδιάλειπτης λειτουργίας ψυκτικών εγκαταστάσεων και κλιβάνων, αφήνονται χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίδοτο απέναντι στην πληθωριστική κρίση.
◆ Ο βίαιος μετασχηματισμός και το «διαρθρωτικό πρόβλημα»
Αυτός ο μεθοδευμένος διαχωρισμός δεν αποτελεί προϊόν γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας ή παράλειψης. Αντικατοπτρίζει πιστά τον πυρήνα του Σχεδίου Πισσαρίδη, το οποίο αντιμετωπίζει τον κατακερματισμό της ελληνικής αγοράς και τον μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων όχι ως ζωντανό κοινωνικό ιστό, αλλά ως ένα «δομικό έλλειμμα» που καθηλώνει την εθνική παραγωγικότητα.
Η πολιτική αυτή εκδιπλώνεται μέσα από τρεις κεντρικούς άξονες:
• Η λατρεία των οικονομιών κλίμακας: Οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται μονομερώς εκεί όπου διακρίνεται εξαγωγικό εκτόπισμα, υποβαθμίζοντας την αξία της μικρής επιχείρησης ως βασικού πυλώνας της κοινωνικής συνοχής και της απασχόλησης.
• Η στρατηγική της φυσικής επιλογής: Η άρνηση παροχής ενεργειακών αντισταθμισμάτων στους μικρούς παίκτες λειτουργεί ως ένας έμμεσος, πλην σαφέστατος, μοχλός πίεσης. Η παρατεταμένη έκθεση στο υψηλό λειτουργικό κόστος νομοτελειακά οδηγεί είτε σε αναγκαστικές συγχωνεύσεις είτε σε εκκαθάριση, μετακυλίοντας το μερίδιο της αγοράς σε ισχυρές αλυσίδες.
• Ο συστηματικός χρηματοδοτικός αποκλεισμός: Όπως συνέβη με την κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, έτσι και στις κρατικές ενισχύσεις, το μέγεθος ανάγεται στο μοναδικό κριτήριο επιλεξιμότητας.
◆ Το παράδοξο της κοινωνικής ανοχής: Πού εδράζεται η κυβερνητική ασυλία;
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μια τόσο ξεκάθαρα ασύμμετρη και ταξικά μεροληπτική πολιτική κατορθώνει να εφαρμόζεται χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές αναταράξεις. Η απάντηση κρύβεται στην αρχιτεκτονική της τρέχουσας πολιτικής κυριαρχίας. Μέσω μιας συστηματικής επικοινωνιακής στρατηγικής, η εξάλειψη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας έχει μεταμφιεστεί σε «τεχνοκρατική νομοτέλεια» και «εκσυγχρονισμό».
Αυτή η ιδεολογική ηγεμονία διευκολύνεται καθοριστικά από το υφιστάμενο πολιτικό κενό. Ωστόσο, η απουσία ουσιαστικών αντιδράσεων δεν οφείλεται σε μια συγκυριακή ή επιφανειακή αδυναμία των σύγχρονων αντιπολιτευτικών σχηματισμών, αλλά σε ένα βαθύτερο, ιστορικό τραύμα που κουβαλά η ελληνική κοινωνία. Η σημερινή παθητικότητα είναι το προϊόν μιας παρατεταμένης και συστηματικής αναντιστοιχίας λόγων και έργων από τις δυνάμεις που ιστορικά επαγγέλλονταν την προστασία των μη προνομιούχων.
Η ρίζα αυτής της καθολικής δυσπιστίας εκτείνεται σε δύο μεγάλες πολιτικές περιόδους:
• Η μετατόπιση της περιόδου Σημίτη και μετά: Ήταν η εποχή που το ΠΑΣΟΚ αποκόπηκε οριστικά από τις λαϊκές του καταβολές, υιοθετώντας ένα τεχνοκρατικό, εκσυγχρονιστικό αφήγημα. Η σοσιαλδημοκρατία μεταλλάχθηκε σε έναν ιδιότυπο νεοφιλελευθερισμό με κοινωνικό προσωπείο, όπου η ευημερία των δεικτών και των μεγάλων έργων άρχισε να προηγείται της ευημερίας του μικρομεσαίου πολίτη, προκαλώντας τα πρώτα ισχυρά ρήγματα εμπιστοσύνης.
• Η διάψευση της κυβερνητικής εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ: Το τελειωτικό χτύπημα στην κοινωνική προσδοκία δόθηκε με τη διακυβέρνηση της Αριστεράς. Η βίαιη προσγείωση από τις αντιμνημονιακές διακηρύξεις στην υπογραφή και εφαρμογή σκληρών μνημονιακών πολιτικών εξουδετέρωσε κάθε έννοια ιδεολογικής εναλλακτικής.
◆ Η τοξική μάχη της ανικανότητας και ο λόγος-απωθητικό
Αυτό το ιστορικό έλλειμμα αξιοπιστίας επιτείνεται σήμερα από την τραγική εικόνα της αντιπαράθεσης μεταξύ των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης «κληρονομιάς» του Αλέξη Τσίπρα. Αντί η αντιπολίτευση να διεξάγει έναν γόνιμο διάλογο ιδεών και να καταθέτει πειστικές προτάσεις για το μέλλον της οικονομίας, έχει εγκλωβιστεί σε μια στείρα και τοξική κοκορομαχία.
Η μάχη δεν δίνεται για το ποιος διαθέτει το πιο συγκροτημένο πρόγραμμα, αλλά για το ποιος από τους δύο υπήρξε ιστορικά πιο ανίκανος ή καταστροφικός για τη χώρα. Αυτός ο αποκρουστικός πολιτικός λόγος, γεμάτος παρελθοντολογία και αλληλοκατηγορίες, εκτρέπει εσκεμμένα τη συζήτηση από τα φλέγοντα τρέχοντα προβλήματα, λειτουργώντας ως το απόλυτο «απωθητικό» για την κοινωνία.
◆ Μιντιακός θόρυβος και ο στραγγαλισμός των εναλλακτικών προτάσεων
Αυτός ο αποπροσανατολιστικός θόρυβος δεν γεννάται σε πολιτικό κενό· τροφοδοτείται και μεγεθύνεται συστηματικά από το κατεστημένο μιντιακό σύστημα. Σκοπός της ενορχηστρωμένης αυτής παραγωγής τοξικότητας είναι ο πλήρης στραγγαλισμός και ο αποκλεισμός κάθε ουσιαστικής, εναλλακτικής πρότασης από τον δημόσιο διάλογο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συστηματική αποσιώπηση του συγκροτημένου προγραμματικού λόγου που καταθέτουν νέοι πολιτικοί φορείς, όπως οι Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο υπό την ηγεσία του Στέφανου Κασσελάκη. Ενώ ο συγκεκριμένος χώρος παρουσιάζει εξειδικευμένες και κοστολογημένες θέσεις για την ανακούφιση της αγοράς —όπως η ριζική κατάργηση της προκαταβολής φόρου, η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για περιουσίες χαμηλής αξίας και η επιβολή πλαφόν στα τραπεζικά spreads— το μιντιακό σύστημα επιλέγει να προβάλλει αποκλειστικά το παρακμιακό θέατρο των προσωπικών αντιπαραθέσεων.
Τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό της τεχνητής συντήρησης ενός ακραία προβληματικού και παρωχημένου πολιτικού σκηνικού. Οι πολίτες, εγκλωβισμένοι σε αυτή τη μιντιακή ομίχλη, οδηγούνται στην κυνική διαπίστωση ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» (TINA – There Is No Alternative). Γνωρίζοντας ότι η κοινωνία ναι μεν δυσαρεστείται, πλην όμως νιώθει πολιτικά ανέστιη, προδομένη και εσκεμμένα παραπληροφορημένη, η εξουσία μπορεί να εφαρμόζει το Σχέδιο Πισσαρίδη χωρίς τον παραμικρό φόβο πολιτικού κόστους.
Παράλληλα, ο κατακερματισμός των μικρών επιχειρηματιών, η αποδυνάμωση των παραδοσιακών συνδικαλιστικών οργάνων και η στρατηγική των αποσπασματικών επιδομάτων κατευνασμού (διαφόρων μορφών “pass”) λειτουργούν ως «παυσίπονα», εξουδετερώνοντας εκ των προτέρων κάθε εστία μαζικής αντίστασης.
◆ Συμπερασματικά
Η άσκηση οικονομικής πολιτικής στη χώρα έχει απολέσει κάθε διάθεση προστασίας της παραδοσιακής παραγωγικής βάσης. Το «Σχέδιο Πισσαρίδη» δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική άσκηση επί χάρτου, αλλά μια καθημερινή οικονομική πραγματικότητα: η βαριά βιομηχανία επιδοτείται προκειμένου να διατηρήσει τη διεθνή της ανταγωνιστικότητα, ενώ η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα καλείται να επιβιώσει σε συνθήκες ενεργειακής ασφυξίας ή να αποχωρήσει οριστικά από το προσκήνιο της ελληνικής οικονομίας. Βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην κρατική αδιαφορία, τη μιντιακή συσκότιση των λύσεων και την απόλυτη πολιτική απογοήτευση.
Κώστας Παπανώτας
Trikala Day Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα των Τρικάλων

