Τρίτη, 31 Μάρτιος 2020
trikaladay.gr / Άρθρα / Να δώσουμε στις επετείους το νόημα που τους αξίζει

Να δώσουμε στις επετείους το νόημα που τους αξίζει

Τις ημέρες αυτές πραγματοποιείται μια πληθώρα εκδηλώσεων με αφορμή τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ και την απεχθή πράξη του κρεμάσματος του κεφαλιού του, μαζί με αυτό του Τζαβέλα, στον περίφημο πια φανοστάτη της πλατείας Ρήγα Φεραίου Τρικάλων.

Θεωρώ ότι καλώς κάνουν και γίνονται όλες αυτές οι κινήσεις, κι εγώ ο ίδιος συμμετέχω εξάλλου, όμως νομίζω ότι για να τιμηθεί σωστά ένα πρόσωπο που χάραξε την ιστορία της χώρας μας και λευτέρωσε αυτήν την πόλη δυο φορές, το 1943 από τους Ιταλούς και το 1944 από τους Γερμανούς, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας μερικά πράγματα:

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Άρης δεν ήταν κάποιος «Ρομπέν των Δασών», ο οποίος ξαφνικά πήρε τα όπλα και τον ακολούθησε ο ελληνικός λαός. Ήταν μέλος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Μόνο μετά από την σωστή προετοιμασία και οργάνωση, βγήκε στο βουνό ο Άρης και οι σύντροφοί του. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο ΕΛΑΣ ιδρύθηκε αρχές Μαρτίου του 1942, αλλά μόλις σαν αύριο, στις 7 Ιουνίου, κλείνουν 73 χρόνια από τότε που για πρώτη φορά ο Άρης και ένα μικρό τμήμα του ΕΛΑΣ μπαίνει στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας, συστήνεται ως «ταγματάρχης πυροβολικού Άρης Βελουχιώτης» και κηρύσσει επανάσταση εναντίον των κατακτητών και των ξένων συνεργατών τους.

Επίσης, πολλοί προσπαθούν να προσωποποιήσουν τον αγώνα εναντίον των κατακτητών γύρω από την μορφή του Άρη, χωρίς όμως να προσπαθήσουν να δουν την ολοκληρωμένη εικόνα. Κι εδώ ερχόμαστε σε μια δεύτερη επέτειο, η οποία αφορά την περιοχή μας και, κατά την γνώμη μου, θα πρέπει να τιμάται με ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα από όσο μέχρι τώρα. Μιλώ για την μάχη της Πόρτας, η οποία έλαβε χώρα στις 8 και 9 Ιουνίου 1943 στην Πύλη. Εκεί, 200 μαχητές του ΕΛΑΣ, υπό τις διαταγές του θρυλικού Μίμη Μπουκουβάλα, αντιμετώπισαν σε εκ παρατάξεως μάχη 4000 ιταλούς και συνεργάτες τους και τους εμπόδισαν να ανέβουν στα ορεινά, όπου βρισκόταν τότε το στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Το κατόρθωμα αυτό είναι κατά την γνώμη μου μικρές «Θερμοπύλες» της Αντίστασης και θα πρέπει να στέκεται δίπλα στο ύψωμα 731.

Γιατί όμως αναφέρω την μάχη αυτή; Ο Άρης την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην Ρούμελη και δεν είχε ανάμειξη. Φυσικά, την μάχη την έδωσε ο ΕΛΑΣ, ο στρατός του οποίου ηγούνταν ο Άρης, είχαν την ίδια λάμψη, το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη στην ελευθερία.

Θα πρέπει να καταρριφθεί όμως ο μύθος ότι όλα όσα έγιναν, έγιναν εξ αιτίας του Άρη και μόνο με την παρουσία του. Είναι ένας μύθος που πηγάζει από βιβλία όπως αυτό του Χαριτόπουλου και καταλήγει σε φαινόμενα φετιχισμού και προσωπολατρείας, όπως η αναζήτηση του… αληθινού φανοστάτη στον οποίον κρεμάστηκε το κεφάλι του ή το μέρος στο οποίο τελικά θάφτηκε.

Τι θέλω να πω; Ότι η προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη για να τιμηθεί, δεν πρέπει να ιδωθεί ξεκομμένη από τις συνθήκες τις εποχής, τις ιδέες που έβγαλαν χιλιάδες νέους στο βουνό, τον αγώνα που έδινε σχεδόν ολόκληρο το ελληνικό έθνος τότε. Ο Άρης Βελουχιώτης ήταν ο φυσικός ηγέτης, ο εκφραστής ενός ολόκληρου κινήματος και το κίνημα είναι αυτό που έβγαλε ανθρώπους σαν τον Άρη.

Όποιος προσπαθήσει να ξεχωρίσει τα δύο αυτά πράγματα, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφήνει κουτσή την ιστορική μνήμη. Όταν τιμούμε την μνήμη του Άρη Βελουχιώτη, τιμούμε και τους ταλαιπωρημένους αντάρτες που μπήκαν με την ελληνική σημαία στην Δομνίστα, τιμούμε τους απλούς ΕΛΑΣίτες που έφραξαν των δρόμο των Ιταλών στην Πόρτα, τιμούμε τον αγώνα του λαού που μόνο με αυτήν του 1821 μπορεί να συγκριθεί.

Ο Άρης δεν ήταν άγιος, να του κάνουμε ευχέλαια και λιτανείες, ήταν ο άνθρωπος που συμπύκνωσε στο πρόσωπο του τις ελπίδες, τις αγωνίες και την πάλη ενός ολόκληρου λαού να γίνει νοικοκύρης στον τόπο του. Ο τραγικός του θάνατος έδειξε ότι δεν κατορθώθηκε να γίνει πράξη αυτή η πάλη και μας αφήνει μια βαριά παρακαταθήκη. Να την ολοκληρώσουμε.

Κώστας Μιχαλάκης
Φιλόλογος-Ιστορικός
Μέλος ΔΣ της ΕΛΜΕΤ

Δες επίσης

Ηλίας Βλαχογιάννης: Ουδείς ανεύθυνος στη Δημοκρατία μας…..

Ο ιός COVID 19,γνωστότερος και ως κορωνο’ι’ος, δοκιμάζει σε παγκόσμιο επίπεδο τις κοινωνίες και τις ...

2 Σχόλια

  1. Ιταμος ο Τρικαλινός

    Καλά όλα αυτά, η πρόταση ποια είναι;
    Ο Άρης δεν έχει ανάγκη από λιβανίσματα, την ανάγκη,
    να τον κρατάει στην επικαιρότητα, την έχει ο ίδιος ο λαός
    ο προδομένος, ο αδικημένος, ο φυλακισμένος, ο εκτελεσμένος.

  2. Στη μνήμη του Άρη Βελουχιώτη
    Πα στων Αγράφων τα βουνά

    Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες
    κει που παλιά πολέμησαν οι πιο γενναίοι άνδρες
    και χάρισαν τη λευτεριά στη σκλαβωμένη γη μας
    και διώξανε το φασισμό και τον κατακτητή μας,
    .
    βρέθηκα ψες στον ύπνο μου αντάμα με τον Άρη
    τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ το πρώτο παλικάρι
    κι ανταρτοπούλες γύρα του κρέμονταν απ’ τα χείλη
    πριχού ο ήλιος να κρυφτεί κι έρθει γοργά το δείλη
    .
    διαταγή περίμεναν να ορμήξουν στα θηρία
    γερμανικά και εγχώρια που ’φεραν δυστυχία
    και σαν χταπόδι άδραξαν την έρμη μας πατρίδα
    τη λευτεριά ν’ απαρνηθεί να πέσει στην παγίδα
    .
    Στο πατρικό μου βρέθηκα κι ήταν όλοι εκεί
    η μάνα κι ο πατέρας μου, μπαρμπάδες και αδελφοί
    κι ο σεβαστός ο παπα-Λιας, ο γέροντας παππούς μου
    που μίλαγε για το Χριστό σ’ όλους τους χωριανούς μου
    .
    και φτάνανε στην εκκλησιά ν’ ακούσουν τους ψαλμούς του,
    ψαλμοί γλυκοί κι έβγαιναν μαζί με τους καημούς του
    και βλόγαγε ο γέροντας της λευτεριάς την ώρα
    κι εξόρκιζε την καταχνιά και τη μεγάλη μπόρα
    .
    Εκεί λοιπόν στο πατρικό αντάμα με τον Άρη,
    απαντοχή στο σπίτι μας, χαρά, τιμή μεγάλη
    κρασί η μάνα έφερνε να πιουν με τον πατέρα
    και η τρανή μου αδελφή σχεδίαζε παντιέρα
    .
    Αγένωτη στα δεκαοχτώ κι ήταν δεξί του χέρι
    σαν αετού το πέταγμα έτρεμε και τ’ αγέρι
    το κρώξιμό της σήκωνε τρίχα κι ανατριχίλα
    και τους εχθρούς τούς έπιανε πικρός τρόμος και νίλα
    .
    Εκεί ψηλά, στον Κόζιακα, στ’ απόρθητα λημέρια
    βρέθηκα μες στους ήρωες που άρπαζαν στα χέρια
    τη λευτεριά που είχανε οι βάρβαροι δεμένη
    κι ο καπετάνιος που ’λεγε, για μας είναι δοσμένη
    .
    Άστραφτε η γενειάδα του, φώτιζε η ματιά του
    μέσα απ’ το χαμογέλι του έλαμπε η αρχοντιά του
    και η φωνή του έβγαινε καθάρια, μεστωμένη,
    ε σεις, συντρόφια, έλεγε, γι’ αυτή ’μαστε ταγμένοι
    .
    Και μαζευτήκαν’ στην αυλή κοπέλες, παλικάρια
    κάμποσοι γέροι και γριές με χέρια στα θηκάρια
    το λόγο του ν’ ακούσουνε που ’βγαινε φλογισμένος
    του πρωτοκαπετάνιου τους με πίκρες ποτισμένος
    .
    Αδέλφια δεν σκιαζόμαστε του ναζισμού θηρία
    αυτά ταχιά θα δώσουνε λόγο στην ιστορία
    θα νικηθούν, θα συντριφτούν κι όλα θα τα πληρώσουν
    για τα κακά που κάνανε σκληρά θα μετανιώσουν
    .
    Του μέλλοντός μας οι εχθροί είναι ανάμεσά μας,
    εχθροί για όλον το λαό θα’ ναι η συφορά μας,
    της λευτεριάς το τίμημα έχει μεγάλο κόστος
    και θα ενώσουν τα πυρά κι ο ξένος και ο ντόπιος
    .
    Στη χώρα συνωστίζονται όλοι οι κολασμένοι
    ανάλγητοι για το λαό κι εξανδραποδισμένοι
    ζιζάνια θα μας βάλουνε, παγίδες θα μας στήσουν
    της λευτεριάς αγωνιστές θα τους εξαφανίσουν
    .
    Μένει μονάχα να ’μαστε με πίστη στα δικά μας
    σαν αλυσίδα κι άσπαστοι στ’ αγώνα ιδανικά μας
    δεμένοι κι απροσκύνητοι σε κάθε καταιγίδες
    όχι αυτές του ουρανού• δε σβήνουν τις ελπίδες
    .
    αλλά αυτές του τόπου μας που φτιάχνουν οι αδελφοί μας
    με προδοσίες, ίντριγκες, πάνω στην κεφαλή μας.
    Γι’ αυτό κρατάτε, αδελφοί, τα όπλα σας στα χέρια
    πριχού όλους μας κόψουνε προδοτικά μαχαίρια
    .
    Μάθ’τε να ξεχωρίζετε την ψώρα απ’ το στάρι
    την όμορφη πατρίδα μας φυλάξτε με καμάρι,
    γιατί, θαρρώ, στον τόπο μας τρανή οργή θα πέσει
    τη λευτεριά, που όλους πονά, θα έχουνε φονεύσει
    .
    Κι έλεγε, ο Άρης, έλεγε πάνω απ’ το παραθύρι
    και τα πουλάκια του βουνού στήσανε πανηγύρι
    και ο κόσμος κάτω άρχισε να ρίχνει πιστολιές
    τον ουρανό χαράκωναν μ’ ελπίδων πινελιές
    .
    Και όπως είχαν μαζευτεί ν’ αφουγκραστούν τον Άρη
    κι απόθεσαν στα λόγια του τα άγχη τους, τα βάρη
    έτσι και χάθηκαν ξανά σα να ’τανε αντάρα
    κι εμένα μου απόμεινε του ύπνου μου λαχτάρα
    .
    Ο καπετάνιος χάθηκε, η μάνα μου, ο πατέρας
    ο παπα-Λιας, οι αδελφοί σαν ήχοι μιας φλογέρας
    αφήνοντας απόηχο που φτάνει ως την καρδιά μου
    σφραγίδα ανεξίτηλη βάζει στα σωθικά μου
    .
    Της λευτεριάς το τάλαντο πρέπει να το φυλάξω
    κι όλους τους νεώτερους κοντά μου να τους κράξω
    και να τους πω για τα κακά κείνης της εποχής
    ντόπιοι και ξένοι παίξανε ρόλους της ενοχής
    .
    Και φτιάξαν την πατρίδα μας τρανό νεκροταφείο
    αριστερών και δεξιών και ορφανοτροφείο
    παιδιών που ’μειναν ορφανά και ξεπουπουλιασμένα
    να ψάχνουν για τις μάνες τους, μόνα, δυστυχισμένα
    .
    Ω τι πικρό της μοίρας σου ποτήρι να σου τύχη
    να ξύνει η ορφάνια την ψυχή με το σκληρό της νύχι
    μάνα αν χάσεις στη ζωή πα στο ξεκίνημά σου
    αιώνιο το παράπονο θα ’ναι στο βάδισμά σου
    .
    Κι αν τύχη χάσεις και τους δυο μπαίνεις στο Γολγοθά σου
    μ’ έναν σταυρό ασήκωτο θα κάνεις την τροχιά σου
    πικρές εικόνες στην καρδιά θα έχεις ματωμένες
    της μάνας, του πατέρα σου θα σέρνεις ρημαγμένες
    .
    Στον καπετάνιο του ΕΛΛΑΣ, η μνήμη αιωνία
    και σ’ όλους που εχάθηκαν στη μαύρη θηριωδία
    μανούλες νιες, νέα παιδιά, αδέλφια και μπαρμπάδες
    ανθρώπων που πιστέψανε στης λευτεριάς τις δάδες
    .
    Κι ορφάνεψαν τη χώρα μας, χάθηκαν νιάτα, κάλλη
    βάρβαροι την κυλήσανε στα μίση και στη ζάλη
    χάθηκαν σπίτια «αριστερών» στη φρίκη των σφαγών
    και άλλων σκορπίσαν «δεξιών» στη δίνη των κραυγών
    .
    Για την πατρίδα, λέγανε, πάλευαν και οι δυο
    και την πατρίδα σύρανε στο μαύρο χαλασμό
    οι ξένοι οι τρισκατάρατοι στήσανε κωμωδία
    και μαυροκόκκινοι αρχηγοί την κάναν τραγωδία
    .
    Τέτοια κατάντια, διχασμό, οι νέοι να μη δούνε
    να σφάζει αδέλφι αδελφό, με μίσος να ορμούνε
    κι όσοι εναπομείναντες να ζούνε πια διωγμένοι
    άλλοι να τρων πικρό ψωμί, άλλοι κατατρεγμένοι
    .
    κι άλλοι να ζουν ανάμεσα, στις σκιές των χαλασμάτων
    να τρων μαζί με το ψωμί, φωνές αναθημάτων,
    να μην τηράνε πίσω τους τι άφησε η μπόρα
    μαύρο, ορφάνια και κακό σ’ ολόκληρη τη χώρα
    .
    Ω τι κακό της κάνανε την έρμη μας πατρίδα!
    Χήρεψαν σπίτια, γειτονιές, πέσανε στην παγίδα
    κι έχασε η μάνα τα παιδιά, παππούς, γιαγιά εγγόνια
    σπάραξ’ ο τόπος, σύρθηκε, στο μίσος, στη διχόνοια
    .
    Πόσες μανούλες κλάψανε, Λεύτερε, το χαμό σου
    και πόσες δεν ανδρώθηκαν από το θάνατό σου
    σύμβολο πια σε κάνανε της λευτεριάς εικόνα
    κι άσβηστος μένεις μέσα μας, ελπίδα για αγώνα
    .
    Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες
    έζησα κάμποσες στιγμές κείνες τις αποφράδες,
    ημέρες, μήνες και εποχές που δε λαλούσε αηδόνι
    πόνοι, πικρίες και καημοί κι ο νους μου πια θολώνει…

    Βάιος Φασούλας -Γερμανία, 16.03.2005
    (Από τη Β` Ποιητική Συλλογή)

Αφήστε μια απάντηση